Ασίνη τε. Μονόπρακτο του Αντώνη Παπαδόπουλου

Το έργο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λεξίτυπον στο βιβλίο «Στείρα πόλη», που περιέχει το «Ασίνην τε» και τη «Φυγή απ’ τις Μυκήνες»

 

ΑΣΙΝΗΝ ΤΕ…

 

Δωμάτιο παλιού σπιτιού.  Κουζίνα και καθιστικό μαζί.  Μια μεγάλη πέτρινη καμάρα  στο βάθος, βλέπει την θάλασσα ή μάλλον βλέπει ένα εντυπωσιακό και απόλυτο μπλε.  Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, αλλά κουρασμένος και με τα σημάδια του γήρατος στο μέτωπό του, κάθεται σε μια πολυθρόνα, που το χαλασμένο από την πολυκαιρία ύφασμά της, η νοικοκυρά τόχει καλύψει με ενοχλητικά άσπρα σεμαίν.  Τα πόδια του άντρα τυλιγμένα σε μια κόκκινη κουβέρτα.

Η νοικοκυρά του σπιτιού κυκλοφορεί μέσ’ την κουζίνα μαζεύοντας τα υλικά  για να ζυμώσει ψωμί πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι.  Είναι μικρότερη από τον άντρα και οι δικές της ρυτίδες – γιατί έχει κι αυτή ρυτίδες – μαρτυρούν έναν άνθρωπο που έχει περάσει πολλά βάσανα, καθημερινά και απλοϊκά κι ίσως γι αυτό, πιο σπουδαία από κείνα του άντρα της, που μένει ακίνητος κοιτάζοντας πέρα από την θάλασσα.

Η γυναίκα έχει σηκώσει στους αγκώνες τα μανίκια της και καθώς ζυμώνει, σκουπίζει με την ανάστροφη του χεριού το ιδρωμένο μέτωπό της, λερώνοντάς το με αλεύρι. Σε κάθε της κίνηση, τα στήθη της ανεβοκατεβαίνουν κι αυτό είναι επιτέλους που δίνει ζωή σ’ αυτή τη νεκρή στιγμή.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Φάε το μήλο σου…. (εκείνος δεν μετακινείται.  Η ΓΥΝΑΙΚΑ τον πλησιάζει και του δίνει επιτακτικά το κόκκινο μήλο, που κρατά στο χέρι της)  Είπα  … Φάε το μήλο σου…

ΑΝΤΡΑΣ

(Χωρίς να την κοιτάξει)  Δεν θέλω.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αν δεν το φας και πέσεις κάτω από την πείνα, μην περιμένεις να σε σηκώσω εγώ.  Αρκετά… Σταμάτησες το ψωμί… Εντάξει… Σταμάτησες το κρέας… Πάλι εντάξει…Σταματάς τώρα και τα φρούτα…Ξανά πάλι εντάξει… Αλλά δεν το παρατάς το ρημάδι το κόκκινο κρασί… Ήθελα νάξερα, δεν πεινάς ;

ΑΝΤΡΑΣ

Δεν πεινώ…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Άκου να σου πω…Μη με διακόπτεις όταν μιλάω… Όλα κι όλα, αυτό δεν το ανέχομαι…Στο σπίτι μου μέσα δεν με διακόπτουν όταν μιλάω…

ΑΝΤΡΑΣ

Μα τι λες ;  Ποιος σε διέκοψε ;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Νάτα πάλι… Ξανά με διακόπτεις…Αλλά δέκα χρόνια που μιλάω μόνη μου, κανείς δεν με διέκοψε…ούτε και συ… Μπορούσα να έλεγα ό,τι ήθελα: Ότι το ταβάνι στάζει ενώ δεν στάζει, ότι τα ποτήρια  τρελαίνονται τα βράδια και χορεύουν μέσα στα ντουλάπια, ενώ δεν χορεύουν, ότι εγώ είμαι η βασίλισσα κι η Κλυταιμνήστρα η δούλα μου και κανείς δεν θα με διέκοπτε… Ήρθες τώρα εσύ να μου αλλάξεις τις συνήθειες ;

ΑΝΤΡΑΣ

Είπα απλώς ότι δεν πεινώ… Αν πεινάσω θα φάω και μήλο και κρέας κι ό,τι νάναι…Αλλά αν επιμένεις τόσο θα το φάω…Μόνο άσε με λίγο να ησυχάσω…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Και να ξέρεις ότι άλλο δεν αντέχω να σε βλέπω σε κείνη την πολυθρόνα… Τι κοιτάς την θάλασσα ; Τι περιμένεις να σου φέρει ; Τίποτε απ’ αυτά που περιμένεις δεν πρόκειται να σου φέρει… Και γω που την κοίταζα, τι κατάλαβα ; Στραβώθηκα… Μέρες ολόκληρες καρφωμένη στο παράθυρο, ώσπου καιγόταν το φαγητό στην κατσαρόλα, ώσπου κοιτιόμουν στον καθρέφτη κι έβλεπα μόνο μπλε… Τι κατάλαβα ;…Στραβώθηκα…

ΑΝΤΡΑΣ

Έχουνε φύγει οι τράτες απ’ το πρωί… Μόλις γυρίσουν θα πάω να δω την ψαριά τους… Έχει ωραία μέρα σήμερα…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ψέματα. Ανοησίες…  Όλο έτσι λες από τότε που ήρθες. Όλο «μόλις γυρίσουν οι τράτες,»  «μόλις κοπάσει ο αγέρας»,»μόλις βγουν οι Ασιναίοι σεργιάνι» και μετά στυλώνεις τα πόδια και μένεις κολλημένος στο παράθυρο. Και γυρίζουν οι τράτες και ξαναφεύγουν. Και νυχτώνει στην Ασίνη και ξημερώνει. Και συ εκεί.   (τον πλησιάζει)  Κατάλαβέ το…Πέθανε ο βασιλιάς σου…Τον θάψανε εδώ και πέντε μέρες… Όσο και να τον κλαις, δεν σε ακούει να γυρίσει, γιατί τ’ αυτιά του τώρα θα τα τρώνε τα σκουλήκια…Τον έφαγε η γυναίκα του και καλά του έκανε…Και να ευχαριστείς τους θεούς, που είμαι δειλή κι ασήμαντη κι ανώνυμη και δεν με λένε Κλυταιμνήστρα, αλλιώς το ίδιο θάπρεπε  νάχα πράξει.

ΑΝΤΡΑΣ

Όταν φυσάει ο αγέρας, νομίζω καμιά φορά, ότι η θάλασσα είναι καλοστρωμένος δρόμος… Ότι τις βάρκες  τις τραβούν παιδιά και γλαρόπουλα κι ότι τα νησιά είναι εμπόδια που εύκολα ξεπερνιούνται…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αυτό λέω και γω… Εμπόδια που εύκολα ξεπερνιούνται… Πήγαινε και συ να τα ξεπεράσεις. Δοκίμασε τουλάχιστον. Δεν θα μας βγει σε καλό νάσαι καθηλωμένος εδώ μέσα. Βγες να πάρεις  μιαν ανάσα, να λειτουργήσει το μυαλό σου σαν άντρας. Οι προμήθειες τελειώνουν. Αυτό ήταν το κέρδος μας από τα δέκα χρόνια στον πόλεμο της Τροίας…Έτσι σε ξεπλήρωσε ο αφέντης σου ο Αγαμέμνονας: Με φαγητό για δέκα μέρες… Πώς θα ζήσουμε από δω και πέρα; Από μένα νομίζεις; Αν αυτό μου ζητάς, δεν θα στην κάνω τη χάρη…

ΑΝΤΡΑΣ

Δώσε μου λίγο καιρό να συνηθίσω. Τόσα χρόνια έμαθα αλλιώς. Στο στρατόπεδο δεν έχει ξεκούραση, δεν έχει νεκρές στιγμές, δεν χαλαρώνει το πνεύμα…Μούλειψε αυτή η πολυθρόνα, η περιέργεια του τι φέρνουν οι ψαράδες, η θέα της Ασίνης όλο ζωή… (Ανασηκώνεται) Έλα να δεις… Τρέχα… (η γυναίκα πλησιάζει δύσπιστα) Να… Βλέπεις; Δυο γυναίκες κουτσομπολεύουν στην πόρτα και ποτίζουν το βασιλικό….  (Γελάει μόνος του ) Ούτε που βλέπουν πως το νερό ξεχείλισε τη γλάστρα… Εκεί…Εκεί κάτω ένα παιδάκι κρέμασε ένα κουδούνι στην ουρά της γάτας και κείνο το κορίτσι στο παράθυρο…Ξέρεις πόση ώρα την παρακολουθώ να κοιτά ακίνητη την κάτω μεριά του δρόμου; Κάποιον περιμένει.. Είναι ερωτευμένη κι ο έρωτας ξεχύνεται στα μάγουλά της και τα ροδίζει τόσο, που φαίνεται το κόκκινο από δω… (Γυρνά προς τη γυναίκα) Μου θυμίζει εσένανε , παλιά…

ΓΥΝΑΙΚΑ (απομακρύνεται)

Τρελάθηκες…

ΑΝΤΡΑΣ

Όχι… Τα λέω αυτά για να αποδείξω στον εαυτό μου πως όλα αυτά υπάρχουν… Πως όλα αυτά τα μικρά πράγματα συνθέτουν μια πόλη… Μια πόλη ζωντανή… Την Ασίνη μας… Το ξέρεις ότι κανένας στρατιώτης στη Τροία, δεν την έχει ακουστά ; Το ξέρεις ότι ζούμε σε μια πόλη, που κανένας δεν ξέρει ;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Έτσι είναι το σωστό.  Μια πόλη μόνο με γυναίκες είναι στείρα…Πώς να γεννήσουμε;  Πώς να φτιάξουμε καινούργιες ζωές, καινούργια όνειρα, καινούργια μαγαζιά, καινούργια χέρια; Οι άντρες όλοι να τρέχουν πίσω απ’ τον ποδόγυρο της Ελένης… Ν’ αφήνουν σπίτια, αχυρώνες, το λιμάνι να σαπίζει μέσ’ το φύκι… Ποιος να καθαρίσει το φύκι, όταν έρχεται και μπερδεύεται ανάμεσα στα πόδια σου, στις βάρκες, όταν γίνεται ένα με τα μαλλιά σου και δεν ξεκολλάει και πρασινίζει και μουχλιάζει τα πάντα; Ποιος; Εσύ δεν ήσουν εδώ όταν μπερδεύτηκε το φύκι στα  μαλλιά μου… Και γω πήρα ένα ψαλίδι και τάκοψα σίρριζα…

ΑΝΤΡΑΣ

Μην παραπονιέσαι γυναίκα… Το ίδιο έγινε παντού… Όταν έμειναν  μόνες οι γυναίκες στην Ασίνη, έμειναν μόνες κι οι γυναίκες  στις Μυκήνες και στην Σπάρτη και παντού…  Έτσι είναι ο πόλεμος…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αμ,  δεν είναι το ίδιο πράγμα… Γελιέσαι… Οι Μυκηναίοι είναι οι άρχοντες… Αποφασίζουν τον πόλεμο κι εμείς τους ακολουθούμε… Αποφασίζουν την ειρήνη κι εμείς θέλουμε δεν θέλουμε τους ακολουθούμε…. Εμείς  είμαστε  σαν τις σκιές… Μόνο ακολουθούμε…. Αλλά αν περάσει ο Μυκηναίος  σίρριζα στην άκρη στον γκρεμνό, αυτός θα ζει και δεν θα καταλάβει, πως η σκιά του κουτρουβαλιάστηκε, σύρθηκε στ’ αγκάθια κι έπεσε απ’ τον γκρεμνό στο  πέλαγο…. Κι αν το δει, θαρρείς πως θα τον νοιάξει για την σκιά του ; Γι’ αυτό σου λέω..

ΑΝΤΡΑΣ (ξανά βυθισμένος)

Τι μου λες;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Σου λέω να βγεις. Να πας να βρεις τη ζωή μας. Τι καλύτερο μπορούμε να πετύχουμε, πως να ξεφύγουμε απ’ τη μιζέρια και την ανωνυμία μας… (Με θέρμη, κοντά του ) Όταν έφυγες για την Τροία ήμουν μικρό κορίτσι, απροστάτευτο κι αθώο… Έκλαιγα τις νύχτες όταν έτριζε το πάτωμα, τρόμαζα όταν με κοιτούσε η κουκουβάγια επίμονα… Τώρα άλλαξα… Πέτρωσα… Ποιος είναι ο Αγαμέμνονας  που μου πήρε τον άντρα   με βία   απ’ το κρεβάτι μου ; Ποια η Κλυταιμνήστρα, που γυρνούσε αυτά τα δέκα χρόνια, με το χρυσάφι να τρέχει έξω και μέσα απ’ τα φορέματά της κι έκλαιγε δήθεν την κόρη της ; Εγώ δεν είχα κόρη ; Ποια θεά  έσωσε την κόρη μου απ’ τη πείνα και τον θάνατο ;

ΑΝΤΡΑΣ

Μη μιλάς άλλο… Σταμάτα…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Δεν θες ν’ ακούς… Δεν σου συμφέρει…

ΑΝΤΡΑΣ

Είπα σταμάτα.

ΓΥΝΑΙΚΑ (μετά από μικρή παύση συνεχίζει)

Κι εγώ την κόρη μου την έθαψα με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν ήρθε τότε η θεά να μου την πάρει και να την κάνει βασιλοπούλα σ’ άλλη γη…

ΑΝΤΡΑΣ

Βλαστημάς τους θεούς… Δεν πρέπει !  Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα κρίνουν τις πράξεις τους… Για  ό,τι γίνεται είναι κι ένας λόγος… Για ό,τι βλέπεις και σκέφτεσαι, υπάρχει ένας λόγος, που εγώ και συ δεν ξέρουμε, αλλά οι θεοί τον ξέρουν. Αλίμονο αν τον θάνατο τον φορτώνουμε σ’ αυτούς.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Δεν φταίνε αυτοί. Εμείς φταίμε που πέθανε το παιδί μας. Εσύ πούφυγες κι εγώ που σ’ άφησα να φύγεις τότε… Ο Αγαμέμνονας που σε πήρε, πλήρωσε, δεν έχω κανένα παράπονο… Ας είναι καλά η γυναίκα του, αν κι αυτή θα το πληρώσει… Κι εγώ πλήρωσα και συ, το ξέρω, μη νομίζεις ότι δεν φαντάζομαι τι τράβηξες. Αλλά όλα αυτά περάσανε.  Γι αυτό σου λέω, θέλω να βρεις μια δουλειά. Να κερδίσω ό,τι έχασα. Να ξανακάνουμε ένα παιδί. Ένα κορίτσι… Νάχω για ποιόν θα ζυμώνω το ψωμί, ποιόν να διδάξω…

ΑΝΤΡΑΣ

Μια νύχτα κάναμε επίθεση στο εχθρικό στρατόπεδο. Από νωρίς είχαμε τραβήξει πίσω τα στρατεύματά μας κι οι Τρώες νόμισαν ότι είχαμε οπισθοχωρήσει… Είχαν πάρει κουράγιο.. Έβγαιναν απ’ τις σκηνές τους κι έκαναν όλο και πιο μεγάλα βήματα προς το μέρος μας… Πέντε τώρα και πάλι πίσω… Έξι και πάλι πίσω… Επτά, οκτώ… Το βράδυ πια, ανάψαν και  φωτιές. Οι γυναίκες τραγουδώντας άνοιξαν τις πύλες και βγήκαν άφοβα να βρουν τους άντρες τους και να τους φέρουν ένα κομμάτι  απ’ το  ανικανοποίητο σώμα τους κι ένα κομμάτι ζεστό  ψωμί… (την κοιτά) Όμοιο  μ’ αυτό, που ζυμώνεις τώρα… Όταν πήραμε το σήμα για την επίθεση, δεν πρόλαβαν ν’ αντιδράσουν… Σφάξαμε τους άντρες και τις γυναίκες.  Πήραμε το ψωμί και το κρέας.  Πήραμε τα μήλα τους και το κόκκινο κρασί, που δεν πρόλαβαν να πιουν.   Κάποιος που πολέμαγε δίπλα μου κι ήταν απ’ τη Θήβα με ρώτησε : «Γιατί πολεμάμε, αφού οι γυναίκες άφησαν τις πύλες της πόλης ανοιχτές : Αφού μπορούμε να μπούμε  να πάρουμε απόψε την Τροία: Γιατί πολεμάμε για την Ελένη, που δεν θέλει να γυρίσει: Γιατί πολεμάω εγώ, αφού η πόλη μου δεν έχει τίποτα να κερδίσει κι αφού τους φόρους απ’ τα πλοία θα τους μοιραστούν τελικά οι Σπαρτιάτες κι οι Μυκηναίοι; » … Και γω, σφάζοντας έναν άνθρωπο που έτρωγε το ζεστό ψωμί του, είπα: «Γιατί έτσι είναι η μοίρα μας… Αυτός φαίνεται είναι ο σκοπός που μας έφεραν σ’ αυτό τον κόσμο οι θεοί… Πολεμάμε για να είμαστε πιστοί σ’ αυτό για το οποίο μας είπαν να πολεμάμε… Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τώρα γνώμη γιατί θάμαστε οι προδότες… Οι προδότες – τι νομίζεις ; – αλλάζουν γνώμη εύκολα κι ίσως όχι τόσο εύκολα, πάντως σε κάποια στιγμή αλλάζουν την αρχική τους γνώμη… Το λάθος τους είναι, πως προδίδουν την αρχική τους γνώμη…

Η γυναίκα σταματάει το ζύμωμα.  Πλησιάζει τον άντρα της και του χαϊδεύει τα μαλλιά.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Μιλάς ξένα. Δεν μπορώ να σε καταλάβω. Δεν γνωρίζω τα πράγματα έτσι. Δεν μ’ άφησε η ζωή να τα γνωρίσω έτσι.  Όταν φύγατε , όλες οι γυναίκες της Ασίνης ανεβήκαμε στην άκρη στον βράχο και σας κουνούσαμε τα  χρωματιστά μαντήλια. Αυτό το θυμόσαστε όλοι, γιατί το είδατε. Όταν όμως χάθηκαν τα πλοία στον Αργολικό, δεν ξέρατε τι έγινε στην πόλη σας. Δεν είδατε, άρα λέτε, δεν φταίτε εσείς που δεν ξέρετε. Η πρώτη νύχτα κράτησε τέσσερις νύχτες… Δεν ξημέρωνε με τίποτε. Η δεύτερη κράτησε παραπάνω. Κι ύστερα λες συνηθίσαμε να ζούμε σε μια συνεχόμενη νύχτα. Δεν κλαίγαμε άλλο…Πιάσαμε τα μαγαζιά και τα δουλεύαμε μεταξύ μας… Πιάσαμε το παλάτι και το κυβερνούσαμε… Τις βάρκες και τις κάναμε να φέρνουν ψάρια…Όποιον ξένο περνούσε και τον κάναμε εραστή μας…Ναι, το νοιώθω ότι το ξέρεις… Είχα κι εγώ εραστή… Όχι δικαιολογίες όπως η Κλυταιμνήστρα. Από καθαρή γυναικεία, ανθρώπινη ανάγκη… Όπως είχες και συ…Όπως είχαν όλοι… Κανένας δεν μιλάει γι αυτό…Ντρέπονται…Ο πόλεμος χωρίζει τα ζευγάρια… (Τον κοιτά χωρίς συναίσθημα) Θες να μείνεις μαζί μου ;

Ο άντρας, καθώς εκείνη μιλάει, σηκώνεται σιγά σιγά και μοιάζει θυμωμένος.

ΑΝΤΡΑΣ

Θάπρεπε να ντρέπεσαι… Θάπρεπε να μην τολμάς να με κοιτάζεις στα μάτια…Να παραδέχεσαι έτσι εύκολα, έτσι αβίαστα, πως πλάγιαζες μ’ άλλους άντρες, όταν εγώ ήμουν στον πόλεμο…Όταν κινδύνευα κάθε στιγμή, να σκοτωθώ…

ΓΥΝΑΙΚΑ (τον διακόπτει άγρια)

Για σένα ! Κινδύνευες  να σκοτωθείς για σένα, για τον Αγαμέμνονα και για τους όμοιούς σου…Κανείς δεν σου ζήτησε να με εγκαταλείψεις… Τότε, αν θυμάσαι, είχα πέσει στα πόδια σου και σε παρακαλούσα να μείνεις… Τώρα σε ικετεύω να φύγεις… Φύγε… Τα χάλασες όλα…Ξεσυνήθισα την παρουσία σου στο σπίτι μου… Άντε να γίνεις ψαράς, οικοδόμος, ταχυδακτυλουργός… Πάψε νάσαι ζητιάνος συναισθημάτων, των δικών μου, του πεθαμένου βασιλιά, εκείνων που δεν ξέρουν πως η Ασίνη υπάρχει σαν πόλη…Συμφέρει, το ξέρω, νάσαι επαίτης, όλοι να σε λυπούνται και συ να περνάς στο περιθώριο, στα ασήμαντα, τα ακίνδυνα, τα αζήτητα…Εγώ όμως δεν είμαι έτσι… Μεγάλωσα και να ο χαρακτήρας μου ! Σιχαίνομαι τους ψαράδες που γυρίζουν δίχως ψάρια. Σιχαίνομαι τις δούλες της Κλυταιμνήστρας, που της κρατούν τα φορέματα μακριά απ’ τις λάσπες. Σιχαίνομαι τους  άντρες σαν και σένα, που πέθανε η κόρη τους από την πείνα κι αυτοί δεν θέλουν να συζητούν γι αυτό… Σιχαίνομαι τους άντρες που δεν μπορούν να μου κάνουν ακόμα ένα παιδί… Γιατί να ξέρεις : Παιδί από σένανε δεν θέλω….

ΑΝΤΡΑΣ

Όταν σε παντρεύτηκα ήσουν άλλος άνθρωπος… Πού να φανταστώ, όταν σε σήκωνα στα χέρια μου για να μην βρέξεις τους αστράγαλούς σου στη παραλία με τ’ άσπρα βότσαλα, ότι σήκωνα στα χέρια μου όλη αυτή τη κακία, όλο αυτό το μίσος… Κανείς δεν μ’ έχει μισήσει μ’ αυτό τον τρόπο. Ούτε οι Τρώες, όταν τους έπαιρνα τα κεφάλια, ούτε οι πειρατές που συνάντησα στο δρόμο της επιστροφής, ούτε ποτέ κανείς. Θαρρώ έχετε κάνει μια μυστική συμφωνία όλες σας. Θαρρώ η φόνισσα η Κλυταιμνήστρα σας έδωσε το σύνθημα με την δολοφονία του αφέντη της κι όλες μαζί μας δηλητηριάζετε με τον χειρότερο τρόπο…Αργά αργά… Σα ν’ ακούω απ’ όλα τα σπίτια της Ασίνης, των Μυκηνών, της Σπάρτης, του Άργους, της Ελλάδας ολόκληρης, σα ν’ ακούω το σιγανό παράπονο των τυραννισμένων αντρών να φουντώνει, να γιγαντώνεται, κραυγές ανθρώπων, που παρακαλάνε τους δήμιούς τους να τους τελειώνουν, τους προμηθεύουν μάλιστα τα όπλα, άλλος ένα σπαθί, άλλος το μαχαίρι της κουζίνας καλά ακονισμένο, ζεματιστό νερό, φαρμάκι…Τίποτε αυτές…Όλες μαζί, αργά και σταθερά, να μας θυμίζουν τα λάθη μας, να μας φέρνουν τα μέλη των σκοτωμένων παιδιών μας στο τραπέζι, να μας δείχνουν βουβές τ’ άδεια παιχνίδια των παιδιών μας στην ακινησία, να μας μιλούν για τους εραστές τους ξεδιάντροπα, χαιρέκακα…Η Κλυταιμνήστρα !  Αυτή είναι η οδηγός σας. Πήρατε το σύνθημα και ξεκινήσατε τον δικό σας πόλεμο…

Η γυναίκα, που καθώς αυτός μιλούσε, σταμάτησε να ζυμώνει,  έχει ηρεμήσει και κοιτά μακριά Τον διακόπτει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ψέματα είπα…

ΑΝΤΡΑΣ

Τι είπες;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Λέω, είπα ψέματα πριν για τους δήθεν εραστές μου. Αν αυτό σε ικανοποιεί, δεν υπήρξε τελικά κανένας…Κανένας δεν πέρασε από την Ασίνη όσο λείπατε… Γέροι μόνο και παιδιά, που δεν πρόλαβαν να μεστώσουν. Αν αυτό σε ικανοποιεί, κανένας δεν πέρασε από την Ασίνη όσο λείπατε…

Ο άντρας, αλλάζει διάθεση, σα να ξαναγεννήθηκε. Πηγαίνει στην αρχή δειλά και μετά πιο σταθερά κοντά στη γυναίκα του.

ΑΝΤΡΑΣ

Συγχώρεσέ μου τα όσα είπα…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Νοιώθω στα βάθη της καρδιάς σου να γελάς… Να γελάς μ’ ευχαρίστηση γιατί τελικά δεν πλήγωσα τον εγωισμό σου… (τρυφερά, ακουμπά το κεφάλι της επάνω του ) Δεν με πειράζει… Και να με συγχωρέσεις πρέπει, που σε τάραξα, αλλά θέλω να ξαναγίνουμε όπως πριν… Να μου λες τα σχέδια  και τα όνειρά σου. Να μου λες τα παράπονα και τις ανησυχίες σου. Να κατεβαίνουμε μαζί στη θάλασσα. Πες μου, συνάντησες πιο όμορφη θάλασσα, απ’ τη δική μας ; Πιο όμορφη γυναίκα απ’ τη δική σου, συνάντησες  πουθενά ;

ΑΝΤΡΑΣ

Όπου κι αν πήγα καμία δεν βρήκα να σου μοιάζει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Το λες αυτό με λόγια και τα μάτια σου μου λένε ότι γέρασα. Δεν με πειράζει διόλου. Και συ γέρασες, οι ρυτίδες δεν ήρθαν μόνο στο δικό μου μέτωπο. Κι οι δυο μας πολεμήσαμε τελικά…Και χάσαμε κι οι δύο…

ΑΝΤΡΑΣ

Τώρα μιλάς σοφά. Τώρα μιλάς σαν τη γυναίκα που παντρεύτηκα. Λοιπόν, ξέρεις τι λέω ; Τέλειωνε με το ψωμί. Βάλτο στο φούρνο κι έλα πάμε να περπατήσουμε στο λιμάνι. Δεν θέλω να δω ξανά μόνος μου τίποτε. Πάμε να μας δει μαζί ο ήλιος. Πάμε να σκεφτούμε τι θα κάνουμε στο μέλλον…Γιατί ό,τι κάνω από δω και πέρα θα το κάνω μαζί σου ! Θ’ ανοίξω τσαγκαράδικο ; Εσύ θα μου φέρνεις τα δέρματα. Θα βγω με τους ψαράδες στις τράτες ; Εσύ θα με περιμένεις και δεν θα μετακινείσαι απ’ την ακτή και γω θα ψαρεύω και θα σε βλέπω. Θα σε βλέπω σαν κουκίδα στην ακτή και θα λέω στους άλλους : Βλέπετε εκείνη τη μικρή κουκίδα ; Είναι η γυναίκα μου… Είναι η γυναίκα μου, που δεν μετακινείται και με περιμένει…

Την έχει πάρει αγκαλιά και την γυρίζει γύρω γύρω… Εκείνη γελάει, το φως στη κάμαρα γλυκαίνει κι εξαφανίζει τη στρυφνή κι αγέλαστη γυναίκα που ήταν πριν λίγο.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Στάσου… Ζαλίστηκα… Δεν  έχω συνηθίσει σε τέτοιες απότομες χαρές… Δεν την πιστεύω τόση ευτυχία…

ΑΝΤΡΑΣ (την αφήνει και παίρνει το μήλο που είναι πάνω στο τραπέζι)  Και για να σου δώσω και την χαριστική βολή… Ορίστε. Θα φάω το μήλο μου και μόλις γυρίσουμε θα φάω και το  κρέας και το ψωμί κι ό,τι εσύ μου ετοιμάσεις.

Η γυναίκα πηγαινοέρχεται μέσ’ το δωμάτιο συγυρίζοντας. Βάζει το ψωμί στον φούρνο, παίρνει ένα αντικείμενο από εδώ και τ’ ακουμπάει εκεί, μετά μετανιώνει, το ξαναβάζει στη θέση του. Μοιάζει να μην ξέρει τι θέλει κι είναι νευρική.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Θα τους δείξουμε ποιοι είμαστε. Τόσα χρόνια μας ήπιαν το αίμα, τώρα η σειρά μας. Πέθανε ο βασιλιάς τους και για πολύ καιρό θα έχουν ανακατωσούρες και σύγχυση μέχρι να βρούνε άλλον. Τώρα είναι η ευκαιρία μας. Θ’ ανοίξουμε ένα εμπορικό στο λιμάνι της Ασίνης. Ο άντρας της αδελφής μου ταξιδεύει, θα φέρνει τα καλύτερα μετάξια της Συρίας, θα φέρνει τους ξένους να ψωνίζουν από εμάς τα ντόπια  πράγματα…Θα γεμίσουμε κι εμείς χρυσάφι… Θα ντύσουμε κι εμείς τις κούπες, τα είδωλα, τις σκάλες των σπιτιών, με φύλλα χρυσού. Θέλω να δω σε ποιόν θα τρέχουν να ζητήσουν βοήθεια οι άλλες πόλεις : Στις ακέφαλες Μυκήνες ή σε μας ;  Που τόσα χρόνια περιμένουμε αυτή την ευκαιρία… Και μια μέρα, – γιατί όχι; – μπορεί να γίνεις εσύ ο Κυβερνήτης της Ασίνης! Έχεις πολεμήσει κι απ’ όσα λες, ήσουν το δεξί χέρι του Αγαμέμνονα. Ας μας φανεί και σε κάτι χρήσιμος, έστω και νεκρός.

ΑΝΤΡΑΣ

Γυναίκα τι λες ; Μην κάνεις τόσο γρήγορα όνειρα, ζαλίζομαι… Εμπορικά καταστήματα, χρυσές κούπες, αρχηγός της πόλης… Βιάζεσαι πολύ κι έπειτα τα μισά απ’ όλα αυτά, δεν ενδιαφέρουν.

ΓΥΝΑΙΚΑ (απότομα)

Ενδιαφέρουν όμως εμένα. Τη μισή μου ζωή την έζησα σαν ζητιάνα. Αξίζω την μισή υπόλοιπη να την περάσω σαν βασίλισσα.

ΑΝΤΡΑΣ

Κι έπειτα αυτά που λες, δεν γίνονται στην Ασίνη… Είμαστε δίπλα στις Μυκήνες, στη πιο πλούσια πόλη ολόκληρης της Ελλάδας και εδώ που τα λέμε, δεν μας έχουν φερθεί διόλου άσχημα. Όταν λύσουν τα προβλήματά τους…

Η γυναίκα τον διακόπτει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τι σ’ ενδιαφέρει αν λύσουν τα προβλήματά τους; (Εκείνος δεν απαντά. Η γυναίκα τον πλησιάζει αργά) Κοιτά με στα μάτια… Σ’ ενδιαφέρει μήπως ;

ΑΝΤΡΑΣ

Τι πράγμα ;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Το ότι πέθανε ο Αγαμέμνονας… Το ότι τον σκότωσε η Κλυταιμνήστρα…

ΑΝΤΡΑΣ

Μ’ ενδιαφέρει όσο και σένα που το έμαθες κι ίσως λίγο παραπάνω. Δώσαμε μαζί τόσες μάχες, περάσαμε δίπλα δίπλα τόσα βάσανα. Αλλά στο τέλος τέλος, δεν είμαι Μυκηναίος. Δεν ήταν ο βασιλιάς μου…

Η γυναίκα πλησιάζει το πρόσωπό της κοντά του.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αυτό λέω κι εγώ… Αλλά και νάσουν Μυκηναίος  και νάταν ο βασιλιάς σου, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θάπρεπε να στεναχωριέσαι τόσο πολύ, που σκοτώθηκε. Έζησε μια πλούσια ζωή και βρήκε τον θάνατο που άξιζε… Το ξέρω ότι περάσατε πολλά μαζί. Το ξέρω και το φαντάζομαι ότι ο κίνδυνος ενώνει τους άντρες, με μια μυστική συμφωνία. Αλλά όλα αυτά πέρασαν…Και θέλω να μου υποσχεθείς, ότι από δω και πέρα δεν θα ξαναφύγεις.

ΑΝΤΡΑΣ

Έχεις τον λόγο μου. Έλα άσε τα λόγια…Θα νυχτώσει…Πάμε στο λιμάνι.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Και να μου υποσχεθείς ακόμα, ότι ποτέ δεν θα ξαναγίνεις μισθοφόρος κανενός. Αν θες να πολεμήσεις, θα το κάνεις για μένα, για την πόλη μας, για τα δικά μας παιδιά.

ΑΝΤΡΑΣ

Στο υπόσχομαι… (Ακούγονται χτύποι στη πόρτα ) Κάποιος χτυπάει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Άνοιξε εσύ…Όποιος και νάναι, διώχτον γρήγορα… Πάω να βάλω το μαντήλι μου…

Η γυναίκα φεύγει δεξιά.  Ο άντρας πηγαίνει αριστερά κι ανοίγει. Μπαίνει στη κάμαρα ένας ΝΕΑΡΟΣ, βιαστικός και αναψοκοκκινισμένος. Είναι ντυμένος με Μυκηναϊκή στολή κι είναι γεμάτος σκόνη.

ΝΕΑΡΟΣ

Γρήγορα, βιάσου… Δεν έχουμε καθόλου καιρό για χάσιμο…

ΑΝΤΡΑΣ

Τι συμβαίνει: Ποιος είσαι ξένε : Μπαίνεις στο σπίτι μου απροσκάλεστος και μου φωνάζεις ότι δεν έχουμε καιρό για χάσιμο : Είσαι τρελός : ζητιάνος: Τι είσαι ;

ΝΕΑΡΟΣ (κοφτά)

Σου φαίνομαι ζητιάνος με Μυκηναϊκή στολή ; ΄Η τόσο τρελός να τα βάλω με τον πιο δυνατό άντρα του Αγαμέμνονα ;

ΑΝΤΡΑΣ

Τότε ποιος είσαι ;

ΝΕΑΡΟΣ

Θα σου εξηγήσω στο δρόμο… Τώρα ακολούθησέ με…Σ’ έχουμε ανάγκη. Τα πολλά λόγια είναι επικίνδυνα πολλές φορές.

ΑΝΤΡΑΣ (ήρεμα)

΄Άκου να σου πω φίλε μου : ΄Ο,τι και να μου πεις ότι έγινε, είναι πια αδιάφορο για μένα…Έχω άλλες δουλειές και προτεραιότητες. Ήμουν -σωστά το είπες πριν – ο δυνατότερος από τους άντρες του Αγαμέμνονα… Τώρα τέλειωσε ο πόλεμος, τέλειωσε κι ο Αγαμέμνονας… Τώρα τέλειωσα και γω…

ΝΕΑΡΟΣ

Ναι, αλλά ο Ορέστης ζει. Ο Ορέστης είναι αυτός που μ’ έστειλε να σε βρω και να σε πάω κοντά του. Μη με κάνεις να λέω περισσότερα. Χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

ΑΝΤΡΑΣ

Ο Ορέστης ; Τι έπαθε ο Ορέστης ; Μη μου πεις ότι τον πείραξε η μάνα του ; ΄Οτι του έκανε κανένα κακό ;

ΝΕΑΡΟΣ

Η μάνα του δεν μπορεί πια να τον πειράξει…Ούτε αυτή, ούτε ο βρωμερός εραστής της ο Αίγισθος…Τους σκότωσε και τους δύο, σήμερα το πρωί…

Ο άντρας δεν μπορεί να πιστέψει στ’ αυτιά του.

ΝΕΑΡΟΣ

Την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Το αίμα της στάζει ακόμα από τη  πόρτα στο παλάτι.   Τώρα ο Ορέστης κρύβεται. Αν τον πιάσουν, θα τον σκοτώσουν κι αυτόν και κανένας δεν θα κυβερνήσει τις Μυκήνες. Κι αυτό θέλουν να κάνουν. Ν’ αφήσουν την πόλη μας ακυβέρνητη, με την κατάρα αυτής της οικογένειας στα κεφάλια μας…Βοήθησέ μας…

ΑΝΤΡΑΣ

Τι ζητάτε από μένα ;

ΝΕΑΡΟΣ

Να φυγαδεύσεις τον Ορέστη. Να τον πας στην Αθήνα, στη Θήβα, όπου θες, κάπου μακριά απ’ την Αργολίδα. Ο πατέρας του πρόλαβε να του μιλήσει για σένα. Τώρα είναι η ώρα, που έχουμε ανάγκη τη δική σου βοήθεια.  Δεν μπορείς να την αρνηθείς !

ΑΝΤΡΑΣ

Είναι αργά… Έπρεπε νάρθεις νωρίτερα…

ΝΕΑΡΟΣ

Άσε τα λόγια… Πάμε…

ΑΝΤΡΑΣ

Έπρεπε νάρθεις πριν νυχτώσει… Πριν γυρίσουν οι τράτες, πριν βγουν οι Ασιναίοι στο σεργιάνι… Έπρεπε νάρθεις πριν υποσχεθώ, πριν ξαναγίνω άνθρωπος θνητός, πριν ξεχάσω τη φιλία, το καθήκον, την υποχρέωση. Φύγε… Πήγαινε στο καλό σου. Και νάρθω, μόνο βοήθεια δεν θα μπορέσω να προσφέρω.

ΝΕΑΡΟΣ

Δεν καταλαβαίνω… Μούπανε ότι θα συναντήσω έναν άντρα υπερήφανο, ένα πολεμιστή. Κι εγώ έχω μπροστά μου έναν ευνούχο !

ΑΝΤΡΑΣ

Ακριβώς έτσι είναι. Πες το όπως θες. Φαντάσου ό,τι θες. Τι δουλειά  έχω εγώ, ένας Ασιναίος, να βοηθάω συνέχεια εσάς ; Αύριο θα γυρίσουν τα πράγματα και θάσαστε εχθροί της πόλης μου – το ξέρω, τόχω μάθει πια καλά – θα μας ξεχάσετε και θα μας σφάζετε όπως κάναμε μαζί  τους Τρώες.

ΝΕΑΡΟΣ

Αν είχα την δύναμη, θα σούδινα όσο χρυσό θελήσεις, θα σούδινα αξιώματα, θα σ’ έκανα άρχοντα στη πόλη σου. Αλλά δεν είμαι ούτε ο Ορέστης, ούτε κι ο Αγαμέμνονας. Είμαι ένας πιστός στο βασιλιά μου στρατιώτης. Κι αυτή την στιγμή, κινδυνεύει η ζωή του διαδόχου. (Παύση. Τον κοιτά στα μάτια) Καλά, αφού δεν έρχεσαι φεύγω… Θα περάσουμε από το ΄Άργος, που έχω κάποιους φίλους εκεί… Κι ύστερα θα δούμε… Έχε γεια…

Ο άντρας τον σταματάει.

ΑΝΤΡΑΣ

Όχι, μην περάσετε απ’ το ΄Άργος.

ΝΕΑΡΟΣ (κοντοστέκεται)

Είπες τίποτα ;

ΑΝΤΡΑΣ

Είπα να μην περάσετε απ’ το ΄Άργος. Η πόλη αυτή είναι γεμάτη παγίδες. Όλοι οι φίλοι του Αίγισθου θα σας περιμένουν στις τέσσερις πύλες για να σας πάρουν τα κεφάλια. Όσο καιρό πολεμούσαμε – τι νομίζεις ; – η Κλυταιμνήστρα έκανε φιλίες ισχυρές, έδωσε χρυσάφι, βοήθησε κόσμο κι όλοι οι Αργείοι τώρα, είναι πιστοί της δούλοι. Θα σου πω εγώ από πού θα περάσετε.

Ο άντρας τραβά τον Νεαρό κοντά στο τραπέζι. Απλώνει το αλεύρι κι αρχίζει να του σχεδιάζει δρόμους και μονοπάτια. Καθώς μιλούν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, μπαίνει η γυναίκα. Φορά τη μαντίλα κι όταν μπαίνει τους βλέπει και κοντοστέκεται. Μετά, ήσυχα και αθόρυβα, κρύβεται πίσω από τη πόρτα.

ΝΕΑΡΟΣ

Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω. Κι αυτό που έκανες είναι σπουδαίο. Για τελευταία φορά, έλα μαζί μας.  Σ’ έχουμε ανάγκη. Οι θεοί θα στο ξεπληρώσουν μια μέρα, θα το δεις.

ΑΝΤΡΑΣ

Μην επιμένεις νεαρέ μου… Φύγε, όσο υπάρχει ακόμα χρόνος. Είπες ότι από την Πύλη τρέχει ακόμα το αίμα της φόνισσας. Μόλις στεγνώσει – και δεν θ’ αργήσει να στεγνώσει – θα σας κυνηγά ολόκληρη η πόλη. Τι σημασία νομίζεις έχει, που αυτή ξεκίνησε πρώτη το άνανδρο φονικό ; Τι σημασία έχει που πρώτη αυτή δολοφόνησε τον ευεργέτη της ; Τώρα με τη σειρά της είναι το θύμα κι οι άνθρωποι – έτσι είμαστε – θυμόμαστε το τελευταίο, το πιο νωπό κεφάλαιο από την ιστορία γι αυτό και δεν μαθαίνουμε ποτέ. Και σ’ αυτή την ιστορία δυστυχώς, ο Ορέστης είναι ο φονιάς κι αυτή η άμοιρη νεκρή μάνα. Και γω θα μείνω ένας νεκρωμένος στρατιώτης. Ένας στρατιώτης σε μόνιμη σύνταξη. Φύγε όσο υπάρχει καιρός. Ακολούθησε τον δρόμο που σου είπα.

Τον σπρώχνει προς την έξοδο και κλείνει την πόρτα πίσω του. Γυρίζει και ξανακάθεται στην πολυθρόνα. Μπαίνει η γυναίκα. Τον κοιτά, βγάζει τη μαντίλα της.

ΓΥΝΑΙΚΑ (τάχα αδιάφορα)

Ποιος ήταν ;

ΑΝΤΡΑΣ

(Μετά από παύση κι ενώ κοιτά έξω απ’ την καμάρα)  Ο Ορέστης σκότωσε την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της… Τώρα τον κυνηγούν και κρύβεται.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Κι όταν τον πιάσουν και τον σκοτώσουν, οι Μυκήνες θα μείνουν για κάμποσο καιρό χωρίς βασιλιά κι εμείς έτσι θα μπορέσουμε να πάρουμε μιαν ανάσα.

ΑΝΤΡΑΣ

Συχνά μου μιλούσε για τον Ορέστη. Δεν τον έχω δει ποτέ, αλλά τον φαντάζομαι. Ένα ξανθό παιδάκι αδύνατο, λες και δεν είχε να φάει. Με βλέμμα επίμονο και διεισδυτικό. Θα γινόταν άξιος βασιλιάς.

ΓΥΝΑΙΚΑ (μιλά ουσιαστικά μόνη της )

Θα ξαναρχίσει ελεύθερο το εμπόριο στην Ασίνη. Τους φόρους από τα πλοία που περνούν θα τους εισπράττουμε εμείς, δεν θα δίνουμε τα δύο τρίτα στις Μυκήνες. Εμείς θα κάνουμε πια τον έλεγχο και την διακίνηση των εμπορευμάτων. Μπορεί και να χτίσουμε μεγάλα τείχη, που θα φαίνονται από μακριά απ’ τη θάλασσα κι οι ξένοι θα λένε: Να τα τείχη της Ασίνης, της πιο σημαντικής πόλης της Αργολίδας…

ΑΝΤΡΑΣ

Αν κάνουμε άλλο παιδί, θάθελα νάναι αρσενικό.  Έτσι, ένα παιδάκι όπως ο Ορέστης… Να μπορεί να υπερασπιστεί την τιμή του πατέρα του και μετά τον θάνατό μου…Ένα τέτοιο αρσενικό παιδάκι με βλέμμα επίμονο και διεισδυτικό. Ο κακομοίρης ο Ορέστης.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Όλες οι γυναίκες θα φορούν χρωματιστά ρούχα,  καμία δεν θα ξαναβάλει το καφέ. Διαδήματα στα κεφάλια μας, που θα μας κάνουν να περπατάμε ίσια, με τα στήθη ψηλά προς τον ήλιο. Κι ο Κυβερνήτης θα φέρει από παντού ποιητές και θεατρίνους και ζωγράφους που θα ζωγραφίσουν  χρωματιστό τον κάθε βράχο, το κάθε βότσαλο κι έτσι τα πλοία από μακριά θα βλέπουν ένα τεράστιο πίνακα ζωγραφικής και θα λένε :»Δεν είναι οπτασία… Είναι η Ασίνη, η ζωγραφισμένη πόλη. Η πιο χρωματιστή πόλη σ’ όλη τη Μεσόγειο.»

ΑΝΤΡΑΣ

Αν είχα γιο, έτσι θάθελα νάχε αντιδράσει… Ίδιο… Αλλά δεν θάθελα  εγώ νάχω ένα πατέρα σαν και μένα. Ούτε κι ο Αγαμέμνονας – αν ήξερε πως έτσι θα καταλήξω – θα μούδειχνε εμπιστοσύνη και φιλία. Ο γιος του τώρα τρέχει φυγάς στα δάση και γω ονειρεύομαι να κάνω την πόλη μου μεγάλη. Λες και μπορώ ν’ αλλάξω μόνος μου την πορεία των μελλούμενων. Ο γιος του φίλου μου κινδυνεύει και γω κοιτώ έξω απ’ το παράθυρό μου και περιμένω να βραδιάσει, να γίνουν όλα πιο σκούρα, για να μην δω.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Κι έτσι δεν θα υπάρξει κανείς να πει πως δεν υπάρξαμε. Θα κάνω παιδιά, που θα πάρουν τα μαλλιά μου, το χρώμα της φωνής μου θα το περάσουν στα δικά τους παιδιά. Κι η κόρη μου θα νικήσει την Ιφιγένεια, η μια νεκρή, αλλά διασκορπισμένη σε τόσα καινούργια αδελφάκια κι η άλλη βασιλοπούλα σ’ ένα στείρο, άγνωστο τόπο θεϊκό.

Καθώς μιλούν, ο άντρας σηκώνεται και ντύνεται στρατιώτης κι η γυναίκα ρίχνει και πάλι αλεύρι στο τραπέζι κι αρχίζει να ζυμώνει.

ΑΝΤΡΑΣ

Έτοιμη γυναίκα ; Θα βγούμε ; Πέφτει ο ήλιος σε λίγο δεν θα βλέπουμε πια τίποτα…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ξεκίνα πρώτος. Έχω δουλειές να κάνω ακόμα. Ξεκίνα εσύ. Δεν θ’ αργήσω.

ΑΝΤΡΑΣ

Αν δεν με δεις να γυρίζω νωρίς, μην ανησυχήσεις. Πετάγομαι να δω, αν με χρειάζεται κανένας τίποτα…(Παύση) Μην ανησυχήσεις… Θα γυρίσω…

Ο άντρας βγαίνει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Κι εγώ έχω ακόμα να ζυμώσω το ψωμί… (Αρχίζει η μουσική, χαμηλώνουν τα φώτα κι η γυναίκα πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο ) Σ’ αυτό θα βάλω δυο ελιές και λίγο θυμάρι… Κι ύστερα πρέπει να φτιάξω το άλλο που μούπε η γειτόνισσα, με γλυκάνισο και ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι…Κρεμμυδάκι ή σκόρδο ; Δεν θυμάμαι… Θα δούμε… Θα δοκιμάσουμε… Κι ύστερα το άλλο…

Η φωνή της γυναίκας που επαναλαμβάνει τις τελευταίες φράσεις χάνεται μέσα στο απόλυτο

ΣΚΟΤΑΔΙ

Advertisement

Δημοσιεύτηκε από τον ionikotheatro

Ο διαδικτυακός τόπος του παλαιότερου θίασου της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: