Ο υπόνομος. Διήγημα του Αντώνη Παπαδόπουλου

Ο υπόνομος

 

Όταν ο Ιβάν τέλειωσε τη δουλειά του εκείνο το απόγευμα, στο Μάντσεστερ είχαν  ήδη ανάψει το ξεθωριασμένα πορτοκαλί φώτα του Δήμου.  Ο Ιβάν πολλές φορές αναρωτιόταν, πώς τα είχε καταφέρει ο αδελφός του να τον πείσει ν’ αφήσουν το ήσυχο και παγωμένο Βορρά τους, για μία πόλη τόσο άχαρη και σκοτεινή.

«Θα κάνουμε λεφτά, θα ζήσουμε σαν άνθρωποι» του είχε πει τότε, κι ο μικρός Ιβάν φανταζόταν τεράστια κτήματα με πολύχρωμα πόνι και λυγερόκορμες Αγγλίδες που θα τον φλέρταραν, αφού θα ταν νέος, πλούσιος και ξένος. Πριν ξεκινήσουν μάλιστα, είχε φροντίσει να πάρει μαζί του και το ξεθωριασμένο παπιγιόν του συχωρεμένου του πατέρα του, για την πρώτη έξοδό τους στη Δύση.

Τώρα ο Ιβάν περπατούσε κουρασμένα προς τη πλατεία, όπου το μαύρο Δημαρχείο, ξεχώριζε μόνο απ’ τη ταμπέλα του, ανάμεσα στα άλλα μαύρα κτίρια. Δεν έδινε πια καμιά σημασία στα έκπληκτα βλέμματα αηδίας που έβλεπε, μόλις κάποιος Άγγλος περνούσε από δίπλα του. Ήξερε πως η μυρωδιά του υπονόμου όπου εργαζόταν, θα τον ακολουθούσε μέχρι το σπίτι του, λες και τόκανε επίτηδες για να προκαλεί τις απογευματινές υστερικές κρίσεις της ξερακιανής γυναίκας του.  Η γυναίκα του ! Σίγουρα δεν ήταν ο τύπος της συμβίας που φανταζόταν ο κακομοίρης ο Ιβάν, όταν ονειροπολούσε  κούφια όνειρα στο χωριό του. Την είχε παντρευτεί γιατί ήταν Αγγλίδα κι αδύνατη κι εκείνη τον είχε πάρει γιατί έπληττε κι αυτός ήταν ξένος . Με τον καιρό, συνέχισε  να τον θεωρεί ξένο κι ακαταλαβίστικο και βάρβαρο και συνέχισε να πλήττει περισσότερο.  Με πόση λύπη είχε ανακαλύψει ο Ιβάν, πως το κορμί της δεν το διατηρούσε αδύνατο με κάποια δίαιτα , φροντίδα ή γυμναστική, αλλά με τις υστερικές της στιγμές, που όλο και πλήθαιναν. Έτσι στο τέλος κατάντησε μια γυναίκα που περισσότερο φώναζε παρά μιλούσε και που τα μάτια της πεταγόντουσαν έξω από τις κόγχες επικίνδυνα. Ευτυχώς όμως υπήρχαν τα τεράστια μυωπικά γυαλιά της για να της τα συγκρατούν απ’ το να μην κυλήσουν σα δυο ανώφελα μάτια στο πάτωμα.

Ο Ιβάν τώρα περπατούσε δίπλα σ’ ένα μαύρο σκουπιδοτενεκέ, που ήταν γεμάτος ως τα πάνω με τεράστιες μαύρες σακούλες  -γεμάτες κι αυτές-

«Οι Άγγλοι» σκέφτηκε τότε ο Ιβάν, «είναι όντως μυστήριοι άνθρωποι… Έχουν μια έμφυτη αντιπάθεια στη καθαριότητα κι ίσως θάχουν και τη θεωρία τους γι αυτό» και θυμήθηκε με δέος το παγωμένο ή ζεματιστό μπάνιο που τον περίμενε μες το καταχείμωνο, αφού το σπίτι του -τίποτα το διαφορετικό από τα υπόλοιπα σπίτια του Μάντσεστερ- δεν είχε βρύση με μείκτη κι έτσι είτε έπρεπε να  παγώνει ή να καίγεται είτε έπρεπε να μείνει με τις σαπουνάδες περιμένοντας να γεμίσει την άθλια μπανιέρα με λίγο ζεστό και λίγο κρύο νερό…

Ξαναθυμήθηκε τα πρώτα του όνειρα για τεράστια σπίτια με πισίνες και μυστικές αυλόπορτες και σφίχτηκε περισσότερο στο παλτό του, να προστατευτεί απ’ την ανεξήγητα ξαφνική χιονοθύελλα.  Ανακουφίστηκε μόνο όταν είδε από μακριά το σπίτι του, που τώρα το χιόνι του άλλαζε χρώματα και τέλος πάντων, έχανε λίγο από το αιώνιο γκρίζο, που κάλυπτε το άγνωστο για τον Ιβάν αρχικό του χρώμα.

 

Ο θόρυβος, ήταν το μόνο πράγμα που δεν άντεχε μετά από μια κοπιαστική μέρα δουλειάς. Είχε δηλώσει κάποτε στην οικογένειά του : «Κάντε ό,τι σας περνάει απ’ το νου… Πηγαίνετε όπου θέλετε…Αλλά σας παρακαλώ. Όταν γυρίζω στο σπίτι μου, θέλω μια ώρα απόλυτης ησυχίας !»

Και ο θόρυβος ήταν το πρώτο πράγμα που τον υποδέχτηκε κι αυτό το σούρουπο, μόλις ξεκλείδωσε τη πόρτα.  Η τηλεόραση έπαιζε μια αστυνομική ταινία σ’ ένα ανύπαρκτο κοινό. Οι πιστολιές των κακοποιών, μπερδεμένες με κείνες των αστυνόμων που τους κυνηγούσαν, παρ’ ότι ήταν σε ένταση το ίδιο δυνατές σα να έβγαιναν από κανόνια κι όχι πιστόλια, δεν κατάφερναν να κρύψουν τη μουσική απ’ το πικ απ, που ο γιος του -το καμάρι του ,αυτός ο δυο μέτρα τεμπέλης- άκουγε σε μεγάλη περισυλλογή, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα.  Ο Ιβάν έμεινε να κοιτά εκείνο το μακρυμάλλη ξανθό νεαρό και σκέφτηκε πως το Ρωσικό αίμα ίσως δεν είχε αιματώσει ακόμα τον εγκέφαλό του.

«Το καταλαβαίνετε ότι αύριο έχω εξετάσεις ;»

Να κι η κορούλα του! Αυτή η στρουμπουλή νεαρή, τυλιγμένη -όπως αρμόζει στην περίοδο των εξετάσεων- σε μια ξεβαμμένη ρόμπα, να τσιρίζει από τον πάνω όροφο, στηριγμένη στην υπομονετική κουπαστή της σκάλας, η οποία δεν ήταν σίγουρα φτιαγμένη για να συγκρατεί ένα τόσο δυσανάλογο ανθρώπινο βάρος.

«Γουρούνια !» συνέχισε να τσιρίζει η στρουμπουλή μικρή, όταν είδε ότι κανείς δεν της απαντούσε, «Ξύλα απελέκητα θα μείνετε όλοι σας !»

Και μ’ αυτή τη τελευταία σοφή φράση, κλείστηκε και πάλι στο δωμάτιό της, φροντίζοντας να συμπληρώσει τα κενά του θορύβου ξεσπώντας στη πόρτα η οποία κι αυτή με τη σειρά της δεν ήταν φτιαγμένη για να κλείνει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο.

Ο Ιβάν είχε μείνει ακίνητος στο διάδρομο, αναποφάσιστος για το πού να πάει. Τότε ήταν που πέρασε ένας σίφουνας από μπροστά του, -η γυναίκα του-  φωνάζοντας  ότι κατάλαβε απ’ την άλλη μεριά του σπιτιού πως γύρισε, από την έντονη μυρωδιά του.

«Στο μπάνιο γρήγορα» τον πρόσταξε κρατώντας απειλητικά στα χέρια της το πιστολάκι για τα μαλλιά, έτοιμο για έναν ακόμη θόρυβο. Ο Ιβάν αντί στο μπάνιο, μπήκε στο σαλόνι. Έξω, στην αυλή,  το χιόνι τον λυπήθηκε και τώρα έπεφτε όσο πιο αθόρυβα και ήρεμα μπορούσε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο ανόητος κακοποιός της τηλεόρασης, διάλεγε –σα να τόκανε επίτηδες!- τη πλέον  υστερική όμηρο για να της κολλήσει το πιστόλι στο κρόταφο. Εκείνη τότε αφέθηκε στη πιο συναρπαστική, στη πιο λυτρωτική ιαχή, που ακούστηκε ποτέ σε τηλεοπτική ζούγκλα.

«Τι κρίμα !» σκέφτηκε ο Ιβάν, «μια τόσο ωραία κοπέλα κι να είναι τόσο κακή ηθοποιός… Ποιος ξέρει τι έχει περάσει κι αυτή στη ζωή της…»

Κι αυτή η μυστική συναδελφικότητα με την άγνωστη καλλιτέχνιδα που στο μεταξύ σταμάτησε το ουρλιαχτό και τώρα χτυπιόταν ανώφελα στο πάτωμα, τον έκανε να καθίσει στο καναπέ, για να δει πώς θα τελείωνε εκείνο το έργο.  Με την άκρη του ματιού του, έβλεπε τη γυναίκα του στο μέσα δωμάτιο, που καθισμένη άκομψα στην άκρη του κρεβατιού και φορώντας ένα κόκκινο κομπινεζόν, στέγνωνε τα χρωματιστά μπικουτί στο κεφάλι της.

«Σε παρακαλώ πολύ, μπορείς να χαμηλώσεις λίγο τη μουσική ;» είπε ο Ιβάν άσκοπα στον ήδη κουφό γιο του.

«Αυτό προσπαθώ να πω και γω τόση ώρα…»   είπε ο σκούρος όγκος που μπήκε ανάμεσα σ’ αυτόν και τη τηλεοπτική εικόνα και δεν ήταν τίποτε άλλο από την κορούλα του.  «Κανείς δεν με καταλαβαίνει σ’ αυτό το μπουρδέλο…Αύριο έχω τις πιο δύσκολες εξετάσεις  και μ’ έχετε γράψει στα παλιά σας τα παπούτσια…Ακόμα και συ, μόλις ήρθες βάλθηκες να βλέπεις αυτές τις ιστορίες για υποανάπτυκτους…»

«Υποανάπτυκτους ;» ρώτησε ο Ιβάν και θυμήθηκε ότι ούτε αυτός, ούτε κανένας άλλος στην αμόρφωτη οικογένειά του στο μακρινό Βορρά, είχαν ποτέ αποκαλέσει το σπίτι τους «μπουρδέλο».

«Μα δουλεύω όλη μέρα» προσπάθησε να δικαιολογηθεί και θυμήθηκε ξαφνικά, πως στο κάτω κάτω, εκείνος ήταν ο αρχηγός εκεί μέσα.

«Και τι να τα κάνεις τα γράμματα,  αφού δεν σε μαθαίνουν στο σχολείο πώς να συμπεριφέρεσαι στο πατέρα σου ;»

«Να κοιτάξεις να τα πεις αυτά στο γιο σου τον αχαΐρευτο, όχι σε μένα…» άρχισε να κλαψουρίζει η χοντρή κοπέλα από τη προσβολή και συνέχισε : «Που είμαι ο μόνος άνθρωπος απ’ αυτό το σόι που σπουδάζει…Που βοηθάω τη μαμά… Που τρέχω στα ψώνια…Που μόνο εγώ ξεβουλώνω το μπάνιο όταν βουλώνει…Που…»

Ο Ιβάν πείστηκε πως η κόρη του είχε δίκιο. Προσπάθησε να την αγκαλιάσει αλλά εκείνη τον έσπρωξε με αηδία. «Μη μ’ ακουμπάς!» του τσίριξε , μιμούμενη την αποτυχημένη ηθοποιό-όμηρο. «Βρωμάς ολόκληρος μέσ’ τα μπουντρούμια που κυλιέσαι όλη μέρα…»

«Έχει δίκιο καλέ μπαμπά» ακούστηκε ο γιος του απ’ τα έγκατα του χαλιού, πάνω στο οποίο διαλογιζόταν  τόση ώρα.

«Η μόνη αίσθηση λοιπόν που σου έχει απομείνει, είναι η όσφρηση !» φώναξε ο Ιβάν, φανερά ικανοποιημένος που ο γιος του δεν είχε μείνει τελείως ανάπηρος απ’ την ακινησία.

Τα νεύρα του τώρα, είχαν μεταμορφωθεί σε τσίγκινες κλωστές, ένα κουβάρι, που ξεδιπλωνόταν σ’ όλο το κορμί του.

«Και συ για πού το ’βαλες;» φώναξε στη γυναίκα του, που βαμμένη σαν εξαίσια πόρνη ετοιμαζόταν για τη βραδινή της έξοδο.

«Πάω κάπου που παίζουν μπαλαλάϊκα…» τον ειρωνεύτηκε εκείνη.

«Αυτό πάει πολύ…Όλα μπορώ να τ’ ανεχτώ, αλλά όχι κι από μια τρελή Αγγλίδα να μου βρίζει τη πατρίδα…» σκέφτηκε ο Ιβάν και θύμωσε επιτέλους πραγματικά. Όρμησε επάνω της με φανερή πρόθεση να τη χτυπήσει αλλά εκείνη με απίστευτα μικρή προσπάθεια και περίσσιο αγγλικό σνομπισμό, τον έσπρωξε στην άκρη και βάλθηκε να ισιώνει τις δικτυωτές κάλτσες της. Ώστε λοιπόν είχε χάσει κάθε αντρική δύναμη εκεί μέσα ; Η γυναίκα του τώρα, είχε βγει και περπατούσε στο χιόνι κουνώντας με απίστευτο τρόπο τους γοφούς της. Όταν την είχε παντρευτεί, δεν κουνιόταν έτσι… Άπαπα, ο Ιβάν ήταν σίγουρος, πως δεν κουνιόταν έτσι… Τότε ήταν σα καλόγρια και τον κοίταζε συνέχεια στα μάτια.  Αυτό ο Ιβάν το θυμόταν καλά. Όπου και να πήγαινε τον κοιτούσε συνέχεια στα μάτια… Τώρα ;

«Θα σηκώσει κανείς το τηλέφωνο, ή πρέπει κι αυτό να το κάνω εγώ ;»

Η κόρη του με τη καναρινί ρόμπα φώναζε απ’ τη κορφή της σκάλας.  Ο Ιβάν λυπήθηκε τα χρήματα πούχε δώσει για κείνη τη κουπαστή που τώρα στήριζε τη χοντρή μικρή , βγήκε απ’ τις καλές σκέψεις για τη γυναίκα του κι έτρεξε να σηκώσει το τηλέφωνο.

Ήταν ο Μιτς, συνάδελφος και συμπατριώτης, που ήθελε να τον ειδοποιήσει, όπως κάθε βράδυ, σε ποιο υπόνομο θα δούλευαν την άλλη μέρα το πρωί.

«Να ξέρεις πως αυτός ο υπόνομος είναι χάλια…» του εξήγησε ο Μιτς που ήταν πιο παλιός στη δουλειά. «Είναι γεμάτος ποντίκια κι οι κάτοικοι παραπονιούνται στο Δήμαρχο κι αυτός τα βάζει με μας… Αν δεν τον καθαρίσουμε καλά, θα κατέβουν σε απεργία κι αν αυτό συμβεί, θα ψάχνουμε για δουλειά για να μην ψάχνει για δουλειά ο Δήμαρχος…Είναι κοντά στο άγαλμα της Βικτώριας, περνάει από κάτω της, κι είναι αυτός που ενώνει τον Κεντρικό με το κανάλι του Νότου…»

Ο Ιβάν, καθώς γδυνόταν στο μπάνιο του, σκέφτηκε την αυριανή κουραστική ημέρα, όπως ο κατάδικος σκέφτεται συνέχεια την επόμενη και δεν ξέρει αν θα ‘ναι αυτή που θα τον εκτελέσουν. Εκείνο όμως που πραγματικά τον αναστάτωνε, ήταν η συνέχεια, ήταν το «μετά τη κουραστική δουλειά», ήταν η επιστροφή στο σπίτι κι αυτό που θα ακολουθούσε, αφού ήξερε πως θάταν πανομοιότυπο με το σημερινό.

Χωρίς να ξέρει το γιατί, άρχισε να ξαναντύνεται, δίχως καν να πλυθεί και με σταθερά βήματα βγήκε από το σπίτι.

Κανείς απ’ τους εναπομείναντες δικούς του δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτόν και κανείς γείτονας δεν τον είδε να χάνεται μέσα στην άσπρη κρύα νύχτα του Μάντσεστερ. Ένας μόνο κύριος, που είχε βγάλει το σκύλο του για το νυχτερινό του κατούρημα και τον είχε τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο –για σκύλους-παλτό, κράτησε επιδεικτικά τη μύτη του καθώς ο Ιβάν πέρασε από δίπλα του. Εκείνος έφτυσε, έτσι χωρίς λόγο, το αθώο χιόνι και πραγματικά εξαφανίστηκε.

 

Το άγαλμα της άσχημης Βικτώριας έδειχνε ακόμα πιο άσχημο έτσι όπως ήταν σκεπασμένο από βρώμικο χιόνι. Αλλά ο Ιβάν το προσπέρασε χωρίς να το κοιτάξει, όπως δεν τόχε κοιτάξει ποτέ, όπως ποτέ δεν είχε σταθεί για να δει ένα μνημείο ή ένα έργο τέχνης. «Αυτά γι αργότερα.» σκεφτόταν… «Όταν θα ‘μαι και γω πλούσιος και θα ‘χω αγοράσει το χρόνο μου…» Στη πραγματικότητα δεν ήταν η έλλειψη χρημάτων ή χρόνου που έκαναν τον Ιβάν τόσο άξεστο.  Ήταν η ίδια  η πορεία της ζωής του, οι αναγκαστικές παρέες των άλλων άξεστων, που τώρα πια δεν ήταν καθόλου αναγκαστικές αφού για τον Ιβάν αυτές ήταν και οι προτιμότερες.

Προσπέρασε λοιπόν γρήγορα εκείνο το σκαλισμένο κομμάτι μαρμάρου και κατευθύνθηκε προς το κέντρο του έρημου δρόμου. Με έμπειρες κινήσεις, έχοντας ανάψει και το φακό του, άνοιξε το καπάκι του υπονόμου που κρατούσε τον κάτω κόσμο καλά διαχωρισμένο από τον πάνω. Συχνά ο Ιβάν, αναγκασμένος ν’ ανεβοκατεβαίνει όλη μέρα, μπέρδευε τη πραγματικότητα και δεν ήξερε τελικά ποιος ήταν ο πάνω κόσμος και ποιος ο κάτω.

«Και οι δύο τα ίδια σκατά» σκεφτόταν με δυνατή φωνή. «Μόνο που τον πάνω, τον ραντίζουν πιο τακτικά με κολόνια…»

Αυτός ο υπόνομος, που θα δούλευαν αύριο, δεν φαινόταν νάχει τίποτε διαφορετικό απ’ τους άλλους. Την ίδια σιδερένια σκάλα, την ίδια χοάνη, το ίδιο μονότονο θόρυβο του βρώμικου νερού που κυλούσε αόρατο στα βάθη.

Είχε πάρει την απόφασή του : Θα σκότωνε όσο πιο πολλά ποντίκια μπορούσε απόψε κι έτσι θα πετύχαινε τουλάχιστον δύο πράγματα : Ο Γενικός Υπεύθυνος των υπονόμων θα του έδινε συγχαρητήρια, ο Δήμαρχος μάλιστα μπορεί να τούδινε και τιμητική πλακέτα -όλοι είχαν στο σπίτι τους από μία, γιατί όχι κι αυτός ;- κι έτσι μπορεί να έπαιρνε και καμιά επί πλέον άδεια, που θα τον γλίτωνε για μερικές μέρες από τη φασαρία του σπιτιού και τη βρώμα των υπονόμων. Θα την περνούσε στη παμπ του κέντρου, και θα ‘χε το χρόνο να κοιτάξει κατάματα εκείνο το μελαχροινό κορίτσι που σερβίρει μπύρες και που θα τον κοίταζε κι αυτή, αν ήταν λίγο πιο καθαρός και πλυμένος.

Οι μπότες του πάτησαν τη χαμηλή στάθμη του σχεδόν στάσιμου γλοιώδους υγρού, που στην επιφάνεια της γης, χρησιμοποιείται για νερό. Ο φακός έδειξε ολοκάθαρα την αρχή μιας ατέλειωτης γαλαρίας κι ο Ιβάν ακολούθησε πιστά το φως που πήγαινε μπροστά του. Είχε πάρει μαζί όλα τα ψεκαστικά εργαλεία και ανυπομονούσε να τα χρησιμοποιήσει.

Την ευκαιρία του την έδωσε ένα χαριτωμένο και απερίσκεπτο ποντικάκι, που από καθαρή περιέργεια σταμάτησε και κοίταξε αυτόν τον τεράστιο γίγαντα που παρόμοιό του δεν είχε τύχει να ξαναδεί. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κι αφού έπεφτε νεκρό, κατάλαβε γιατί τα ξαδέλφια του έλεγαν για το πόσο κακοί είναι αυτοί οι περίεργοι γίγαντες του πάνω κόσμου.

«Θύμα δυο φορές» σκέφτηκε ο Ιβάν. «Μια που γεννήθηκε ποντίκι και μια που πέθαινε από ποντικοφάρμακο». Γέλασε μόνος του μ’ αυτή τη σοφή και πανέξυπνη σκέψη και προχώρησε στη γαλαρία.

Η δουλειά που έκανε δεν του επέτρεπε φυσικά τη φιλοζωία κι ακόμα περισσότερο μια οποιαδήποτε λύπη  για τα νεκρά ποντίκια μπορούσε να είναι επιβλαβής και καμιά φορά επικίνδυνη. Όπως τώρα ας πούμε, που επειδή ξεχάστηκε και δεν έριξε κι άλλο φάρμακο, βρισκόταν περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες καφετιά και γκρίζα ζωάκια που χόρευαν ανάμεσα στα πόδια του, κάνοντας μια φασαρία πραγματικά εκνευριστική.

Μέσα σε πολύ λίγη ώρα, όλα μαζί ακολουθούσαν τη τύχη του μικρού χαριτωμένου όμοιού τους κι έτσι ο Ιβάν μπορούσε να προχωρήσει ελεύθερος σε ακόμα μία γαλαρία.

Περπάτησε πολύ ώρα ραντίζοντας και σκοτώνοντας τέτοιους οργανισμούς και στο τέλος δεν ήξερε σε ποια πλευρά της πόλης είχε βρεθεί. Ο Μιτς τελικά είχε δίκιο. Σε κείνο τον υπόνομο ζούσαν τόσα ποντίκια, όσα ζούσαν σ’ όλο το Μάντσεστερ μαζί.

Σκέφτηκε τη χαρά του Δήμαρχου, όταν αύριο θα μάθαινε ότι δεν θα έπαιρνε θέση στο βιβλίο Γκίνες ως ο πρώτος άρχοντας που οι υπήκοοι του έκαναν απεργία και τον έριξαν εξ αιτίας των γνωστών τρωκτικών.

Δούλεψε έτσι πάρα πολλές ώρες και έπαψε να σκέφτεται ακόμα και τον Δήμαρχο, λες και το μυαλό του ήταν έτσι φτιαγμένο από τη φύση του, μόνο για σκαρώνει ενέδρες και να θανατώνει ομαδικά ποντίκια. Την ώρα μάλιστα, που έστελνε τους δηλητηριώδεις καπνούς του πάνω στα ζώα, τα αγαπούσε . Κάθε νεκρό ποντίκι, του αφαιρούσε και μία στεναχώρια και τώρα αυτά πλήθαιναν αντί να λιγοστεύουν.

 

Έστριψε σε μια στοά, απ’ όπου δεν ακουγόταν τίποτε. Στην αρχή δεν παρατήρησε την απόλυτη απουσία του θορύβου. Ψάχνοντας για ποντίκια, δεν συνάντησε ούτε ένα ζωντανό ή νεκρό. Μόνο ο θόρυβος του νερού που δεν φαινόταν και τίποτ’ άλλο.

Κάθισε σε μια άκρη για να ξεκουραστεί. Έβγαλε το κίτρινο καπέλο με τον ενσωματωμένο φακό και το ακούμπησε αναμμένο πλάι του.  Η στοά φωτίστηκε μ’ ένα απαλό υποκίτρινο χρώμα και κείνος έψαξε στις τσέπες του για τσιγάρο.  Βρήκε το τελευταίο και το άναψε.

Του έκανε πολύ εντύπωση εκείνη η στοά. Ούτε ίχνος βρώμας γύρω του και κυρίως ούτε ένα ποντίκι, έστω μικρό, έστω χαμένο απ’ τη καταδιωκόμενη φυλή του. Αν κατάφερνε να κάνει όλο τον υπόνομο έτσι, θα κατέβαζε το Δήμαρχο να περπατήσει, να ευχαριστηθεί η ψυχή του.  Πάνω απ’ το κεφάλι του υπήρχε ένα άνοιγμα κι ο Ιβάν θέλησε να το ανοίξει να δει σε ποια περιοχή είχε βρεθεί, αλλά ένα πεταμένο περιοδικό του κίνησε τη περιέργεια. Το πήρε κι άρχισε να το ξεφυλλίζει.

Α ! Τα πανέμορφα κορίτσια του Πλέϊμπόϊ, μια εκπληκτική ξανθιά με τεράστια στητό στήθος, ξαπλωμένη πάνω σε απαλά ροζ μεταξωτά σεντόνια. Παρ’ ότι ολόγυμνη, ο Ιβάν την συνέκρινε με τη γυναίκα του και του φάνηκε ότι δίπλα της αυτή η κοπέλα θα έμοιαζε εσώκλειστη στις καλόγριες. Έκοψε προσεκτικά τη φωτογραφία και βάλθηκε να την εξετάζει με το φακό του. Αυτή η γυναίκα ήταν ακριβώς όπως φανταζόταν τις Αγγλίδες όταν ζούσε ακόμα στον παγωμένο Βορρά.  Μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης όμως μ’ εκείνο το τέρας με τα μυωπικά γυαλιά, είχε φτάσει να πιστεύει ότι δεν υπήρχαν αληθινά τέτοιες γυναίκες κι ότι ήταν αποτέλεσμα φίλτρων και μοντάζ.   Ακούμπησε τη φωτογραφία στη γλιστερή επιφάνεια του τοίχου και κείνη στάθηκε εκεί από μόνη της, με κορνίζα το κίτρινο πέτρωμα.  Η ξεκούραση από την εξαντλητική δουλειά έφτασε αργά και ηδονικά και κυρίευσε όλο το σώμα του. Τώρα, κοιτώντας αυτή τη φωτογραφία, ξέχασε τα ποντίκια  με την ίδια ευκολία που πριν λίγο είχε ξεχάσει τις οικογενειακές του δυσκολίες. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά του υπονόμου, αφήνοντας πίσω του τη γυμνή γυναίκα να χαμογελά, μέσα στη ροζ αθωότητά της και τη βύθισε στην απόλυτη σιγαλιά του σκοταδιού που άφηνε πίσω του.

 

Ο Ιβάν ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια του, μέχρι να συνηθίσουν το φως, που βίαια τώρα έμπαινε απ’ το στόμιο του υπονόμου. Ένας τρομακτικός θόρυβος τον υποδέχτηκε.  Αυτές οι γαλαρίες έβγαζαν σε μια μακρινή συνοικία, στο κέντρο μιας μεγάλης αγοράς. Κάποιο απρόσεκτο αυτοκίνητο πέταξε ένα μεγάλο κύμα λάσπης από καφετί απαίσιο χιόνι, στον ήδη λερωμένο Ιβάν. Μια κυρία τον είδε να εμφανίζεται απ’ τα έγκατα της γης κι έβγαλε ένα μικρό επιφώνημα τρόμου και αηδίας και τόβαλε γρήγορα στα πόδια.

Ήθελε λοιπόν να τρέξει κατ’ ευθείαν στην Υπηρεσία του, να τους διηγηθεί, ότι από μόνος του είχε καθαρίσει ένα πολύ μεγάλο μέρος εκείνου του περιβόητου υπονόμου και έπρεπε να το ανακοινώσουν και στον Δήμαρχο. Ο θόρυβος όμως του δρόμου, το βλέμμα εκείνης της έκπληκτης κυρίας, μπέρδεψαν τις προθέσεις του. Χωρίς να ξέρει γιατί, ένοιωσε την επιθυμία να γυρίσει στο σπίτι του.  Σπάνια γύριζε σπίτι το πρωί, αλλά ακόμα πιο σπάνια έλειπε απροειδοποίητα ένα ολόκληρο βράδυ, έτσι λοιπόν σκεφτόταν την ανησυχία που θα τους είχε προκαλέσει και τώρα βιαζόταν να γυρίσει.

Φανταζόταν τη δακρυσμένη γυναίκα του στη πόρτα να την παρηγορεί ο Μιτς, τη κόρη του να τρέχει να τον αγκαλιάσει και να ‘χει χάσει τις εξετάσεις της. Μόνο για την αντίδραση του γιου του δεν έτρεφε πολλές ελπίδες, ούτε στη πιο νοσηρή φαντασία του.

 

Η πρώτη έκπληξη τον περίμενε όταν αντίκρισε το σπίτι, χωρίς τη γυναίκα του και τον Μιτς, στο κατώφλι. Η απόλυτη πρωινή ησυχία της γειτονιάς, η έλλειψη των αυτοκινήτων της αστυνομίας που τα ‘χε σωστά τοποθετήσει με το μυαλό του γύρω από το σπίτι, όπως τα ‘χε δει σε τόσα έργα, τον έκαναν να καταλάβει ότι κανείς δεν είχε σκάσει για την απουσία του.

Το σαλόνι ήταν σε αισχρή κατάσταση. Πεταμένα ρούχα και δίσκοι μπερδεμένοι μ’ αποφάγια και η τηλεόραση να στέλνει ένα έντονο γαλάζιο φως, μήνυμα ότι κανείς δεν φιλοτιμήθηκε να την κλείσει. Δύο σημειώματα, το ένα δίπλα στο άλλο, ήταν πρόχειρα κολλημένα στο καθρέφτη :

«Μαμά μην ανησυχείς. Μετά το διαγώνισμα θα πάω στην Αϊρήν να φάω με τους δικούς της» το ένα, και

«Μαμά πάω στο Λονδίνο στο κοντσέρτο που σούλεγα. Επιτέλους βρήκα λεφτά και εισιτήριο.» ήταν το άλλο.

«Μαμά!» σκέφτηκε ο Ιβάν… Ποια «μαμά»; Πού είναι η  «μαμά»; Άρα λοιπόν  «μπαμπάς» δεν υπάρχει… Πού βρήκε λεφτά ο γιος του, ποιο κοντσέρτο, ποια είναι η Αϊρήν; Ποτέ του δεν άκουσε σε κείνο το σπίτι το όνομα «Αϊρήν»… Κοίτα λοιπόν πώς τα κατάφερε αυτή η υστερική Αγγλίδα να τον βγάλει απ’ τη μέση !

Στην κρεβατοκάμαρα ο Ιβάν επιτέλους την ανακάλυψε. Κοιμόταν με το ίδιο κόκκινο κομπινεζόν, τα πόδια μισάνοιχτα και το στόμα ορθάνοιχτο. Ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι τζιν, χυνόταν αργά πάνω στα σεντόνια, ενώ άλλα μπουκάλια -πάντα από τζιν- ήταν άτακτα πεταμένα στο πάτωμα.  Ο Ιβάν κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και βάλθηκε να την παρατηρεί. Τα κλειστά της μάτια δεν θα μπορούσαν να ξανανοίξουν πια, απ’ τη πολύ μπλε μπογιά που κουβαλούσαν.  Χωρίς να το θέλει, άρχισε να τη συγκρίνει πάλι με τη γυμνή γυναίκα του υπονόμου. Πώς να τη συγκρίνει ; Η μέρα με τη νύχτα !  Κάτι τον έπιασε να θέλει αμέσως να φύγει.

Όρμησε στη πόρτα, αλλά το δυνατό γκρίζο φως του αγγλικού ήλιου, τον έσπρωξε και πάλι στο σαλόνι. Κάθισε μπροστά στη τηλεόραση και μιας και το κυρίως πρόγραμμα δεν είχε ακόμα αρχίσει, βάλθηκε να βλέπει απ’ ταινιοθήκη της άρρωστης φαντασίας του, τα πρώτα ασπρόμαυρα και βουβά όνειρα που έκανε μικρός για την απογοητευτική Αγγλία.

 

Στις τρεις το μεσημέρι, η γυναίκα του δεν είχε ακόμα ξυπνήσει. Η Δημοτική Αρχή αποφάσισε ότι έπεσε η νύχτα κι έτσι άναψαν τα πορτοκαλί φώτα στους δρόμους και τις  γωνίες.  Ο Ιβάν μάζεψε όποιο περιοδικό βρήκε μπροστά του κι έτσι απλά, έφυγε.

Όταν έφτασε στο στόμιο του υπονόμου, είχε ήδη αγοράσει ουίσκι, πολλά πακέτα τσιγάρα και λίγους ξηρούς καρπούς. Ο θόρυβος του δρόμου και των ανοιχτών καταστημάτων του επιβεβαίωσαν  το ορθό της τελικής απόφασής του.  Άνοιξε το σκέπασμα και χωρίς δεύτερη σκέψη, βυθίστηκε ξανά στον υπόγειο ατομικό του παράδεισο.

Η ξανθιά τον καλωσόρισε με το αθώο χαμόγελο και τ’ ανοιχτά της μπούτια. Ο Ιβάν περίμενε λίγο ν’ ακούσει κάποιο γνωστό θόρυβο από τα συνεργεία της εκκαθάρισης. Τίποτα. Κατάλαβε ότι αυτή η συγκεκριμένη γαλαρία ήταν εγκαταλελειμμένη και δύσκολα θα τον έβρισκαν εκεί.  Άνοιξε το πρώτο μπουκάλι ουίσκι κι ήπιε χωρίς απαραίτητα να σκέφτεται κάτι.

Δυο ζευγάρια γυναικεία πόδια στάθηκαν από πάνω του.

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό στον άντρα μου…» είπε το ένα ζευγάρι.  «Δεν τον έχω κερατώσει ποτέ !»

«Είναι ο μόνος τρόπος νάχεις την οικονομική σου ανεξαρτησία» απάντησαν τα άλλα πόδια. «Εξ άλλου, είναι ηθικότερο να τον κερατώνεις με αγνώστους, παρά με γνωστούς, που γρήγορα θα του βγάλουν τη φήμη του κερατά ! Αν πηγαίνεις χρυσή μου με ανθρώπους που δεν τον ξέρουν, εκείνος δεν θα το μάθει ποτέ κι έτσι δεν θα υπάρχει και κέρατο !»

Το ζευγάρι των ποδιών που μιλούσε τώρα, ήξερε καλά τη δουλειά και πατούσε αποφασιστικά στο συρματένιο πλαίσιο που το χώριζε απ’ τα μάτια του Ιβάν.  Το άλλο ζευγάρι, πιο συνεσταλμένο, πηγαινοερχόταν στην ίδια θέση αναποφάσιστο.

«Τι πουτάνες !» ξέφυγε  δυνατά η διασκεδαστική σκέψη του Ιβάν. Τα πόδια μόλις άκουσαν τη αντρική φωνή από κάτω τους, εξαφανίστηκαν τρέχοντας προς διαφορετικές μάλιστα κατευθύνσεις. Εκείνος ξαναήπιε, ξαναθυμήθηκε το κόκκινο κομπινεζόν της γυναίκας του, αλλά δεν του έκανε καμία αίσθηση πια.

 

Ο Μιτς ζούσε σ’ ένα χαμόσπιτο, στη περιοχή που έμεναν οι νέγροι. Ο μόνος ξανθός και άσπρος της περιοχής ήταν αγαπητός από όλους, αφού ήταν το ίδιο κακομοίρης κι αυτός. Δεν είχε τη τύχη να παντρευτεί μια Αγγλίδα, γιατί εκτός από φτωχός και ξένος -όπως κι ο Ιβάν- αυτός είχε την επιπρόσθετη ατυχία του να είναι τρομακτικά άσχημος.  Είχε φύγει πριν από πολλά χρόνια απ’ το βορινό χωριό του όπου όλοι τον έλεγαν άσχημο για μια καλύτερη τύχη κι είχε έρθει στο Μάντσεστερ, όπου όλοι τον έλεγαν «τέρας»…

Τώρα περπατούσε με γρήγορο βήμα, προς τον υπόνομο που τούχε πει ο φίλος του ο Ιβάν, σε κείνο το παράξενο τηλεφώνημα. Κρατούσε τα πράγματα που του είχε ζητήσει : Τις κουβέρτες, το ραδιοφωνάκι, τη μικρή τηλεόραση, τις κασέτες με τις μπαλαλάϊκες κι όταν επιτέλους έφτασε, χτύπησε με το πόδι του τρεις φορές το σιδερένιο σκέπασμα.

«Τρελάθηκες τελείως;» είπε στον Ιβάν μόλις εκείνος του άνοιξε και τον τράβηξε κάτω. «Τι κάνεις εδώ μέσα θαμμένος με τα ποντίκια;»

«Θαμμένος εγώ ;» ρώτησε εκείνος με απορία. «Γιατί θαμμένος εγώ κι όχι αυτοί που είναι από πάνω μας;»

Ο Μιτς γούρλωσε τα μάτια του μόλις είδε τη στοά και τον τρόπο, που την είχε διαμορφώσει ο Ιβάν. Παντού φωτογραφίες από υπέροχες γυναίκες, φως διακριτικό, κι ένα σωρό μικροπράγματα ακουμπισμένα σε αυτοσχέδια τραπέζια-κούτες, έκαναν εκείνο το χώρο να μοιάζει με παράξενο διαμέρισμα.

«Μη χειρότερα !» αναφώνησε ο άσχημος Μιτς.  «Μα θα σε φάνε τα ποντίκια κι οι αρουραίοι εδώ κάτω»

«Μόλις μυρίσουν ανθρώπινη παρουσία, εξαφανίζονται από μόνα τους» είπε με περηφάνια ο Ιβάν.  «Μας έχουν μάθει πια καλά κι είναι αρκετά έξυπνα για να θυμούνται τι τους έκανα χθες βράδυ…»

«Ξέρεις, στην Υπηρεσία άκουσα κάτι τρομερά πράγματα απ’ τους κατοίκους εδώ…» συνέχισε φοβισμένα ο Μιτς κοιτάζοντας τριγύρω του. «Πως αυτά τα ποντίκια έχουν μεταλλαχθεί , έχουν πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις κι είναι πολύ επικίνδυνα…»

«Εγώ δεν είδα κανένα ποντίκι-γίγαντα εδώ κάτω… Οι μόνοι γίγαντες, είμαστε εμείς οι δύο…»

Ο άσχημος Μιτς δεν μίλησε. Τυλίχθηκε σε μια κουβέρτα γιατί είχε αρχίσει να κρυώνει και στύλωσε τα μάτια του ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της ξανθιάς.

«Η αλήθεια είναι ότι έχει πολύ ησυχία εδώ κάτω» είπε μετά από λίγο. Ο Ιβάν του πρόσφερε ουίσκι .

«Πιες» του είπε, καθώς αυτός ήδη  έπινε. «Σε λίγο θα καταλάβεις από μόνος σου το πλεονέκτημα του να δημιουργείς ένα  κόσμο απ’ την αρχή…»

 

Εκείνο τα βράδυ, πολλοί περαστικοί σταμάτησαν παραξενεμένοι  γύρω από το μπλε φως που έβγαινε δικτυωτό, από τη ρίζα του υπονόμου στη μέση του δρόμου. Ανθρώπινα γέλια απ’ το βάθος της γης;  «Καλοπερνάνε οι αλήτες»  σκεφτόντουσαν όλοι κι από φόβο ή ανία, απομακρύνονταν γρήγορα. Μόνο ένας γέρος, τύφλα στο μεθύσι, που μόλις τον είχαν διώξει κακήν κακώς απ’ τη γειτονική παμπ, έσκυψε λίγο περισσότερο πάνω απ’ το σκέπασμα. Το θέαμα των δύο φίλων που μισομεθυσμένοι διασκέδαζαν, πολύ του άρεσε.  Ειδικά η κάβα που φαινόταν στο βάθος κι ήταν ένας υγρός θησαυρός, τον έκανε να ζητήσει τη βοήθειά τους  για να κατέβει.

«Έχουν περάσει τα χρόνια, που κατέβαινα δύο δύο τις σκάλες»  τους είπε μόλις αυτοί τον κατέβασαν.  «Τώρα πίνω δύο δύο τα ποτηράκια…»

Έτσι, καθώς η άχρωμη νύχτα προχωρούσε πάνω απ’ το Μάντσεστερ και τα μπαρ έκλειναν στέλνοντας τους μεθυσμένους να δείρουν τις γυναίκες τους στα σπίτια, η υπόγεια παρέα όλο και μεγάλωνε.  Είναι απίστευτο το πόσους δυστυχισμένους κατοίκους μπορεί να περιέχει μια πόλη, που θα την εγκατέλειπαν για μια πιο απλή λύση.   Λίγο πριν χαράξει, ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της παμπ, πλησίασε κι αυτός από περιέργεια, καθώς είδε όλους τους πελάτες του να τους καταπίνει εκείνος ο φωτισμένος υπόνομος. Έμεινε να κοιτά από ψηλά και χαμογέλασε. Μετά από λίγο, κι άλλα μπουκάλια με ποτά κατέβαιναν από τα ράφια κατ’ ευθείαν στον υπόνομο κι ως κι εντολή να μεταφέρουν τα τραπεζάκια και τις καρέκλες, έδωσε στα γκαρσόνια του ο δαιμόνιος επιχειρηματίας.

Μέχρι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κανένα μα κανένα ποντίκι, δεν είχε ακόμα ενοχλήσει την νέα ανθρώπινη πολιτεία…

 

Η γυναίκα του Ιβάν αποφάσισε τελικά να μετακομίσει απ’ αυτή τη καταραμένη πόλη. Πολλές φορές στο παρελθόν η μάνα της είχε πει ν’ αφήσει το μπεκρή άντρα της και να μεταφερθεί μαζί της στο  Λονδίνο. Τώρα που είχαν περάσει τόσες μέρες κι αυτός δεν έδινε σημεία ζωής, σκέφτηκε πως θα ‘ταν πιο φρόνιμο για το μέλλον της, αν εκμεταλλευόταν σωστά αυτή την ευκαιρία.  Εξ άλλου, το τελευταίο καιρό δεν κατάφερνε να βρει ούτε έναν, για συντροφιά. Το Μάντσεστερ τη νύχτα, έμοιαζε με πόλη-φάντασμα κι απ’ ότι άκουσε στο τοπικό κανάλι, ακόμα και το μεσημέρι ο κόσμος που κυκλοφορούσε, ήταν όλο και λιγότερος. Άσε για τις φήμες με τις παράξενες αρρώστιες και τους ανεξήγητους θανάτους που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.

Όταν η οικογένεια του Ιβάν βγήκε από το σπίτι, μεταφέροντας στο παλιό αυτοκίνητο τα τελευταία  πακεταρισμένα υπάρχοντα, ο δρόμος μπροστά, είχε γεμίσει με πολύχρωμα σκουπίδια, που ο άνεμος μετέφερε και σκορπούσε σε όλες τις γύρω αυλές.  Η γυναίκα ανατρίχιασε.  Ένα παράξενο τρίξιμο ήρθε στ’ αυτιά της, προερχόμενο απ’ το ξύλινο σπίτι τους.

«Ξεχάσαμε τη τηλεόραση !» φώναζε ο γιος της ανώφελα, καθώς εκείνη πατούσε τέρμα το γκάζι. Πράγματι, η τηλεόραση, ακουμπισμένη πάνω σ’ ένα χαρτοκιβώτιο, έπαιζε το πρωινό της πρόγραμμα, στους κατάπληκτους καινούργιους ένοικους του σπιτιού.

Λίγο πριν βγουν από τη πόλη, η γυναίκα πρόλαβε να δει ένα αλλόκοτο φως να βγαίνει από το κέντρο ενός δρόμου .Μετά γύρισε αποφασιστικά το κεφάλι της αλλού, προς τη μεριά του πολλά υποσχόμενου Λονδίνου.

 

Ο Ιβάν κι ο Μιτς είχαν γίνει οι αρχηγοί στη καινούργια υπόγεια πόλη. Ο Ιβάν είχε χρηστεί Δήμαρχος κι ο Μιτς , Υπεύθυνος Γενικής Καθαριότητας. Είχαν ταξινομήσει τις στοές, είχαν βάλει φρουρούς στα περάσματα, κυρίως για να προστατευθούν απ’ τους δύο εχθρούς τους : Τα ποντίκια και τους κακόβουλους σπιούνους, που κάθε μέρα έστελνε ο πάνω Δήμαρχος στον κάτω, για να καταφέρει να τον εξοντώσει.

Οι υποχρεώσεις των καινούργιων που περνούσαν με επιτυχία τη δοκιμασία της ένταξής τους στη μικρή κοινότητα, ήταν ελάχιστες : Ο καθένας έπρεπε να φέρει ό,τι πιο χρήσιμο είχε από τον πάνω κόσμο και έπρεπε να μην γίνεται ενοχλητικός στους άλλους. Ο Ιβάν  μάλιστα, είχε γράψει και νόμους με ποινές, σε όποιον δημιουργούσε θόρυβο και η μεγαλύτερη ποινή –ο εξοστρακισμός από τον υπόνομο- ήταν γι αυτόν που θα έβαζε τη μουσική δυνατά.

Ο πρώτος ενθουσιασμός όμως είχε πια περάσει. Ο κόσμος εκεί βαρέθηκε γρήγορα να πίνει συνέχεια ποτά, οι γυναίκες -γιατί είχαν κατέβει πολλές γυναίκες στην αρχή μόνο φεμινίστριες, αλλά μετά  ήρθαν μέχρι και γιαγιάδες- κουράστηκαν να πηγαίνουν με όποιον νάναι, το φως είχε γίνει ενοχλητικό και το οξυγόνο λιγόστευε επικίνδυνα.

Ο Ιβάν έπιασε τον εαυτό του ν’ αναπολεί την οικογένειά του κι η ίδια τρελή επιθυμία που τον είχε σπρώξει τότε να φύγει, τώρα τον έσπρωχνε να γυρίσει κοντά τους.

«Είσαι τρελός» του είπε ο Μιτς που έβλεπε έτσι τη μοναδική του ευκαιρία για εξουσία να χάνεται.

«Μόλις σε δουν , θα σε μιμηθούν κι οι άλλοι…Πας να καταστρέψεις ό,τι κάναμε με τόσο κόπο;»

Ο Ιβάν όμως τώρα πια, δεν μπορούσε ν’ αλλάξει γνώμη.  Η ξανθιά της φωτογραφίας τον αηδίαζε με το προκλητικό της βλέμμα και η ανάμνηση που του είχε αφήσει η γυναίκα του, ήταν  ενός ανθρώπου που  είχε κάνει τόσες θυσίες γι αυτόν στο παρελθόν…

«Εγώ θα βγω και δεν με νοιάζει τίποτε…Εγώ έχω γυναίκα και παιδιά… Η κόρη μου αριστεύει, τι δουλειά έχω μ’ όλους αυτούς τους αλήτες;»

Ο Μιτς κατάλαβε με πίκρα, πως δεν θα μπορούσε να τον εμποδίσει.  Μόλις ο Ιβάν θα άνοιγε εκείνο το σιδερένιο σκέπασμα, όλα τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, θα εξατμίζονταν. Παρακάλεσε με δύναμη να συμβεί κάτι, κάτι, που θα εμπόδιζε τον ανόητο Ιβάν να βγει έξω.  Τον κοιτούσε καθώς ανέβαινε τις σιδερένιες σκάλες. Ώστε λοιπόν σε λίγα λεπτά ο «κύριος Μιτς» θα ξαναγινόταν  ο «Μιτς το τέρας» ;

 

Το απαίσιο κι απόκοσμο ουρλιαχτό του Ιβάν, ξύπνησε απ’ το λήθαργο και το μεθύσι, όλους όσους κοιμόντουσαν εκεί τριγύρω.  Σηκώθηκαν τρομαγμένοι και σε λίγο εμφανίστηκαν κι άλλοι, που έμεναν στις δίπλα στοές και τώρα ερχόντουσαν παραπατώντας, τυλιγμένοι σε μακριές κουβέρτες. Έκαναν ένα βουβό κύκλο γύρω απ’ τον Ιβάν, που τρέκλιζε και φώναζε και κρατούσε με τα δυο χέρια το πρόσωπό του, σα να ‘θελε να μην του ξεκολλήσουν κι οι υπόλοιπες σάρκες… Σα να ‘θελε να ξαναβάλει τα χυμένο μάτι στη θέση του. Το αίμα του αχνιστό και σκούρο, πεταγόταν παντού κάνοντας τους ανθρώπους να οπισθοχωρούν με τρόμο και να του ανοίγουν ένα διάδρομο προς μια άγνωστη στοά.

«Μα τι συμβαίνει εκεί πάνω ;» άρχισε να φωνάζει ο κόσμος, ξεχνώντας τον Ιβάν που χάθηκε για πάντα στον υπόνομο, καθώς περίεργα γρατζουνίσματα, επίμονα και αυταρχικά, ακουγόντουσαν απ’ το μισάνοιχτο σκέπασμα.

«Είναι κάποιοι που μας εμποδίζουν να βγούμε !» φώναξε με τρόμο  ο άσχημος Μιτς που προσπαθούσε κι αυτός τώρα ν’ ανοίξει το σκέπασμα και να φύγει πρώτος.

Το μόνο που πρόλαβε να δει, λίγο πριν τα θανατηφόρα νύχια του γιγαντιαίου ποντικού του αφαιρέσουν με αριστοτεχνικό τρόπο τα μάτια, ήταν ένα ήσυχο και απροσδόκητα ωραίο Μάντσεστερ, τόσο ωραίο όσο δεν τόχε ξαναδεί, γεμάτο από ήρεμα και πολιτισμένα ποντίκια, που δικαιολογημένα πια, κρατούσαν τα κλειδιά της πάνω πόλης.

 

 

Advertisement

Δημοσιεύτηκε από τον ionikotheatro

Ο διαδικτυακός τόπος του παλαιότερου θίασου της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: