Με σένα χαλαρώνω

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

Ανέβηκε για πρώτη φορά από το Ιωνικό Θέατρο, στην παράσταση «Έχεις 2 επιλογές» το 2015. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Α. Παπαδόπουλου «9 μονόπρακτα +1» (Αθήνα 2006)

Εσωτερικό δωματίου κάπου στην Αθήνα. Από το ανοιχτό παράθυρο φαίνονται άθλιες πολυκατοικίες. Συννεφιά. Ένας καναπές, ένα μπουντουάρ, κόκκινη ταπετσαρία στο τοίχο, όπου υπάρχει μια τεράστια φωτογραφία από ένα καράβι που το κρατά δεμένο μια αλυσίδα από τον ουρανό. Αριστερά η πόρτα εισόδου, δεξιά μια άλλη πόρτα, οδηγεί στο μπάνιο. Ένα κομοδίνο με ένα αμπαζούρ κι ένα μπλε μπουκαλάκι Σουρωτής. Ένα κλουβί μ’ ένα πουλάκι, πολύ κοντά στο παράθυρο. Ακαταστασία.

Ήχος από κλειδιά.

Μπαίνει η Γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, με μπλου τζην, μπουφάν και κάσκα μηχανής. Αμέσως κλείνει τη πόρτα και κοιτά από το ματάκι με αγωνία.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ουφ, έφυγε…. Παραλίγο να με τσιμπήσει και τι δικαιολογία νάβρησκα πια ;

Πάει κατ’ ευθείαν στο πουλάκι.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αγάπη μου μεγάλη ! Σου έλειψα ε ; Έλα μωρέ παραπονιάρη, μια μέρα έχεις να με δεις…. Για να δω το φαγάκι σου…

Αρχίζει να καθαρίζει το κλουβί.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Μα τι ζημιάρης άντρας που είσαι…Κοίτα πως έκανες το κλουβί σου… Άνω κάτω… Πάει κι μπανιέρα… Έριξες όλο το νερό…

Παίρνει τη μπανιέρα του κλουβιού και πηγαίνει προς το μπάνιο.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Στάσου να σου βάλω κι εδώ νερό και μετά θα κάτσουμε να τα πούμε… Έχουμε μισή ώρα στη διάθεσή μας.

Ήχος από νερό. Ξαναγυρνά και τακτοποιεί το κλουβί.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Σου έφερα και λίγο αγγουράκι γιατί ξέρω πως τρελαίνεσαι… Μμμμ κοίτα τι ωραία που μυρίζει…

Κοιτάει απ’ έξω.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Το ξέρω, δεν είναι ό,τι καλύτερο να βλέπεις κάθε μέρα αυτή τη σαχλαμάρα αλλά that’s life ! Εσύ απ’ το κλουβί σου βλέπεις μόνο πολυκατοικίες κι εγώ ζω μέσα σ’ ένα κλουβί με πολυκατοικίες… Μη νομίζεις, δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά….

Το σκέφτεται καλύτερα

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ε όχι και δεν υπάρχει διαφορά ! Υπάρχει και μεγάλη μάλιστα ! Εσύ έχεις εμένα να σε φροντίζω και να σε προστατεύω, εγώ τι έχω ; Τίποτε όπως και κανένας. Φτιάξαμε μόνοι τη φυλακή και κάνουμε διαρκώς βόλτες στο περίβολό της. Πέρα δώθε. Πάνω κάτω. Εγκλωβισμένοι στα λίγα τετραγωνικά δεν κοτάμε να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω… (Κοιτάει το πουλί) Εσύ που πετάς, θα ξέρεις τι εννοώ….(Σα να μιλάει μόνη της) Εγώ πού να πετάξω;….

Στο μεταξύ αρχίζει να αλλάζει το δωμάτιο. Τραβάει τις κόκκινες κουρτίνες κι ανάβει ένα λαμπατέρ.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Σ’ αρέσει το κόκκινο ; Εμένα κάποτε μου άρεσε πολύ αλλά το βαρέθηκα. Να σου πω την αλήθεια, όλα τα χρώματα τα βαρέθηκα. Όταν δεν έχεις να φας δεν ασχολείσαι πια με τα χρώματα. Κι εγώ που έφτασα στο πάτο και καλά να πάθω, πρέπει να ξεχάσω αυτές τις πολυτέλειες και να προσαρμοστώ…

Παίρνει ένα κόκκινο σάλι και καλύπτει το αμπαζούρ.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τουλάχιστον στο μισοσκόταδο τα πράγματα απαλύνονται. Είναι πιο εύκολα. (Προς το πουλί)  Εσύ σε λίγο θα κοιμηθείς, κι όταν ξυπνήσεις θα ξαναβλέπεις τη πολυκατοικία….

Μισοανοίγει τις κουρτίνες και κοιτά έξω.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ήθελα νάξερα πώς στριμώχνονται εκεί μέσα. Καμένα σπίρτα σε σπιρτόκουτα το ένα δίπλα στ’ άλλο… Τι μ’ έπιασε τώρα και λέω τέτοια πράγματα ; Λες και μου φταίει Η απέναντι πολυκατοικία, λες και δεν ήταν πάντα εκεί …Μπορεί να έφτασα στα όρια της υπομονής μου ; Μπορεί… Το κεφάλι μου φταίει όμως, κανείς άλλος….

Βγάζει τα παπούτσια της και το παντελόνι. Μένει με τη κυλότα.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ποιος μούπε να τους πιστέψω και ν’ αφήσω το χωριό μου στην Αχαϊα για την Αθήνα ; Και ποιος μούπε πως σ’ αυτή τη πόλη δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι να βγάζεις λεφτά να ζεις…. (Σηκώνει τους ώμους της. Σκέφτεται) Άλλοι τρόποι… Μπα, δε μου πάει να γίνω κλέφτρα… Θα με πιάνανε αμέσως, με το καλημέρα σας… Με φαντάζεσαι να μπαίνω στη Τράπεζα να κλέψω ; Θάτρεμα ολόκληρη…Θα μου πεις «αυτοί της Τράπεζας που σε κλέβουν και φοράνε και γραβάτες γιατί δεν τρέμουν»…Μάλλον γιατί τόχουν κάνει επάγγελμα…Ο καθένας ό,τι επάγγελμα διαλέξει… Κι εγώ διάλεξα το δικό μου : Αυτοί μου τα παίρνουν με λογαριασμούς και τόκους κι εγώ τους τα παίρνω αλλιώς…(γελάει μόνη της) Βλέπεις τη μεγάλη διαφορά μας ; Εσύ έχεις άγνοια της λέξης «λεφτά». «Λεφτά» θα πει χειροπέδες. Αυτό θα πει. Θα πει σίδερα στο κλουβί σου κι η επιλογή δική σου. Αν τα σίδερα είναι χρυσά, τρως καλά ,δε νοιάζεσαι και δε τα βλέπεις. Αν πάλι θες να ζεις χωρίς σίδερα τότε σε σκοτώνουν να σε δώσουν φαγητό σ’ αυτούς που μένουν στα χρυσά σίδερα. Κατάλαβες ;

Βγάζει τη μπλούζα της και μένει με τα εσώρουχα. Στο μεταξύ συνεχίζει να κάνει δουλειές στο δωμάτιο.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ένα παράδειγμα : Είδες που όταν μπήκα στο σπίτι είπα «ουφ γλύτωσα;» Ήταν πάλι η ιδιοκτήτρια που με κυνηγάει για τα νοίκια. Δε λέω πως έχει άδικο, τέσσερις μήνες της χρωστάω, αλλά που να τα βρω; Μ’ ένα παιδί από πίσω και την Εφορία και τις τράπεζες και όλες τις άλλες μαλακίες που έκανα….  Θα μου πεις «λες μαλακία το παιδί σου ;».  (Παύση) Όταν τόκανα έπρεπε να το σκεφτώ καλύτερα. Αυτό λέω. Ενθουσιάστηκα, ερωτεύτηκα (γελάει) –ναι τότε ήταν η εποχή που μπορούσα να ερωτεύομαι- αλλιώς τα φανταζόμουν, αλλιώς ήταν τα πράγματα γύρω μου… Τόκανα. Τώρα είναι στη γειτόνισσα και περιμένει να γυρίσω… Είπαμε όμως : That’s life ! Ή καλύτερα «η ζωή είναι ένας βούρκος. Αν μπεις καθαρός οι άλλοι πούναι μέσα σε βρωμίζουν για να τους μοιάσεις»

Στο μεταξύ πάει στο μπάνιο κι όταν γυρίζει φοράει ένα προκλητικό μαύρο κομπινεζόν.  Ανάβει τσιγάρο. Χτυπάει το κινητό της. Εκείνη πανικοβάλλεται.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Πωπω, ξεχάστηκα… Λες νάρχεται ;

Σηκώνει το τηλέφωνο

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ναι, α έλα ρε μάνα…. Όχι τίποτε… Νόμιζα πως είναι κάποιος άλλος. Ε τι σημασία έχει ποιος ρε μάνα, κουβέντα θ’ ανοίξουμε; …. Τι νέα ;  Είστε όλοι καλά ;…Ναι καλά είμαι κι εγώ… Και το παιδί καλά είναι. Καλά. …. Στη δουλειά… Τι ποια δουλειά ; Δε σου είπα πως δουλεύω σε ένα ψιλικατζίδικο; Στο είπα… Εσύ δε το θυμάσαι… Όχι, όχι σε φούρνο… Από κει μ’ απολύσανε, τον κλείσανε λέει γιατί όλοι τρώνε ψωμί του τοστ… Καλά άσε τώρα. Θα σου εξηγήσω άλλη φορά…. Ναι γεια… Α ! Να σου πω…. Τι καιρό έχετε ; Βρέχει ε; Θάναι όμορφα στη θάλασσα τέτοια ώρα…. Χα χααχ. Το ξέρεις πως είμαι τρελή. Άντε φιλιά σε όλους.

Κλείνει το τηλέφωνο. Σηκώνεται και βάζει μια προκλητική ρόμπα.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Πού να βρέξει εδώ ;  Εκεί στα μέρη μου βρέχει τακτικά κι η θάλασσα αλλάζει χρώματα και ύφος. Εδώ ποιος ν’ αλλάξει ύφος ; Η πολυκατοικία ;  Άντε το πολύ πολύ να γίνει πιο γκρι…

Ψάχνει στα cd και βρίσκει ένα. Το βάζει. Πάει μπροστά στο κλουβί.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Θα σου δείξω τώρα κάτι καινούργιες φιγούρες που έμαθα. Θα τον τρελάνω το τύπο.

Αρχίζει να χορεύει ένα αισθησιακό στριπ τιζ.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Δεν είναι φοβερό ; Θα του το κάνω έκπληξη…

Κοιτά το ρολόϊ της.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Όπου νάναι θάρθει. Πάει πέντε. Στις πέντε ακριβώς μου χτυπάει τη πόρτα. Στις πέντε ακριβώς. Από τη πρώτη μέρα που ήρθε δεν άλλαξε ποτέ το ωράριο. Θυμάμαι τη πρώτη μέρα… Είχε ακόμα ήλιο. «Θα πιείς κάτι;» το ρώτησα και περίμενα να πει ένα ουίσκι, ένα τζιν, μια βότκα. «Μια σουρωτή» μου λέει. Πέθανα στα γέλια. Μια σουρωτή σ’ ένα μπλε μπουκαλάκι. Πέθανα στα γέλια σου λέω. Σχεδόν με βίασε εκείνη τη μέρα. Περίμενα πως δεν θα ξανάρθει. Όμως να που έρχεται. Και το μπουκαλάκι της σουρωτής πούχω φυλάξει, ούτε που το πρόσεξε ποτέ του…

Καλά μη νομίζεις πως τον έχω ερωτευτεί… Αυτό μας έλειπε. Ούτε που τον ξέρω καλά καλά. Και δε μπερδεύω πια τους έρωτες με το επάγγελμα. Αλοίμονό μου τους πλήρωσα τους έρωτες ακριβά ! Φτάνει, enough is enough πουλάκι μου. Απλά τον θαυμάζω ίσως… Και τον φοβάμαι… Είναι τόσο ισχυρός, τόσο άτρωτος, καμιά σχέση με μένα… (Γελάει) Εγώ κι εσύ μοιάζουμε. Είμαστε του ίδιου είδους…

Χτυπάει το κουδούνι.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Ήρθε !

Τρέχει και καλύπτει το κλουβί μ’ ένα μαύρο πανί. Πάει στη πόρτα.

Καθώς σβήνουν τα φώτα ακούγεται που του μιλάει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Καλωσόρισες.

Σκοτάδι. Μουσική

Το κόκκινο απαλό φως της λάμπας καλυμμένης από το σάλι, φωτίζει λίγο τη σκηνή.  Ένα σιδερένιο τεράστιο κρεβάτι αχνοφαίνεται. Η γυναίκα ανάσκελα με τα μάτια διάπλατα σα πεθαμένη. Από πάνω ο άντρας. Ακούγεται ένας αναστεναγμός κι αυτός αποτραβιέται από πάνω της. Εκείνη συνεχίζει νάναι ακίνητη.  Εκείνος ξαπλώνει μακριά της.  Η γυναίκα σηκώνεται και με αργές κινήσεις βάζει τη χρωματιστή μεταξένια ρόμπα της.  Κάθεται λίγο στο κρεβάτι με τη πλάτη γυρισμένη στον άντρα.  Αυτός φτιάχνει τα μαξιλάρια πίσω του και χαϊδεύει απαλά τη πλάτη της γυναίκας.  Εκείνη δεν αντιδρά, σα να σκέφτεται κάτι δικό της.

ΑΝΤΡΑΣ

Από κει είναι τα τσιγάρα μου ;

Η γυναίκα ψάχνει στο κομοδίνο, μετά ψάχνει στα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα, βρίσκει τα τσιγάρα, ανάβει ένα και το  δίνει σε κείνον. Σηκώνεται.

Η γυναίκα τραβά το σάλι από τη λάμπα και το δωμάτιο φωτίζεται από ένα αρρωστημένο φως.

ΑΝΤΡΑΣ

Πωπω… Καμμιά φορά νομίζω ότι θα πεθάνω την ώρα που τελειώνω μαζί σου…. (Γελάει μόνος του) Το κρυφό όνειρο κάθε άντρα !  Να πεθάνει την ώρα του έρωτα… Αλλά είμαστε γερές μηχανές, δεν παθαίνουμε τίποτε τελικά…. (Κοιτά τη πλάτη της) Σ’ άρεσε ;

Η γυναίκα πάει να μιλήσει αλλά εκείνος τη διακόπτει.

ΑΝΤΡΑΣ

Α ! Μη μιλάς ! Σου έχω πει πως το μόνο που θέλω από σένα είναι να μη μιλάς καθόλου όταν είμαι εδώ…. Όλη μέρα ακούω, τουλάχιστον όταν είμαι εδώ, θέλω να μιλάω μόνο εγώ…Έτσι είναι η αρχική συμφωνία μας… Το παιχνιδάκι μας… Εγώ σε γαμάω και συ δε μιλάς…

Η γυναίκα στο άγγιγμά του σηκώνεται και προχωρά λίγο στο δωμάτιο.

ΑΝΤΡΑΣ

Το ξέρω πως σ’ άρεσε, δεν χρειάζεται να μου το πεις, το ένοιωσα… (Γλιστρά στο κρεβάτι και παρ’ ότι είναι πάνω από 50 χρονών, συμπεριφέρεται σα παιδί).  Το πιο ωραίο τελικά πράγμα είναι να κάνεις έρωτα μετά το μεσημεριανό φαγητό… Πάει ρε παιδί μου σα το καφέ… Σου δίνει ενέργεια για τ’ απόγευμα … (Παύση) Αχ και να μ’ άκουγε από μια μεριά η γυναίκα μου να μιλάω έτσι…. Να μιλάω για σεξ και ηδονή το μεσημέρι και …

Χτυπάει το κινητό του.  Η γυναίκα σα να περίμενε την ευκαιρία, πάει στο μπάνιο που είναι μια πόρτα στα αριστερά.

ΑΝΤΡΑΣ

Τι θέλουν πάλι ;  (Σηκώνει το τηλέφωνο και μιλάει κοφτά κι εκνευρισμένα) Ναι…. Ναι, σου είπα δεν μπορώ να μιλήσω σε κανένα τώρα…. Να τους πεις να πάρουν μετά τις 4… Ξέρω γώ ; Γιατί πληρώνεσαι ; Βρες μια δικαιολογία, πες ότι είμαι στον υπουργό, πες ό,τι θες…. Δε μου λες : Με πήρε κανένας δικός μου ;  (χαμογελάει μόνος του)  … Αυτός δεν είναι δικός μου…. Λεφτά θα θέλει…. Κλείνω….

Αφήνει το τηλέφωνο. Καπνίζει και μιλά προς τη μεριά του μπάνιου. Εν τω μεταξύ ακούγεται η γυναίκα που ανοίγει κάποια βρύση και μετά το ντους. Πριν μπει στο ντους πετάει από τη πόρτα τη ρόμπα της κι αυτός τη παίρνει στο κρεβάτι και καθώς μιλά, μια κοιτά το μπάνιο και μια τη ρόμπα.

ΑΝΤΡΑΣ

Ο γιόκας μου…. Κατάλαβες ; Με θυμήθηκε μετά από ένα μήνα… Γύρισε από τις βόλτες του , ξέμεινε από λεφτά και θυμήθηκε το μπαμπά του…. Αμ θα του τα κόψω αυτά… Πού θα πάει ; θα τελειώσει αυτό το ρημάδι το Κολέγιο, θα το πάρει το χαρτί…. Μόλις γυρίσει θα τον στρώσω στη δουλειά, γιατί δεν πρόκειται αλλιώς να γίνει άνθρωπος… Τον έμαθε η ψηλομύτα η μάνα του μόνο να ζητάει…. Πόσο τη σιχαίνομαι αυτή τη γυναίκα…. Μόνο κακό μου έχει κάνει, τίποτ’ άλλο… Κι ο γιος της ίδιος είναι…. Θέλει να γίνει και πολιτικός !  Αμ δεν γίνονται έτσι κύριε οι πολιτικοί… Τον μάζεψε προχθές η αστυνομία στα σύνορα της Αυστρίας και τον κλείσανε μέσα … Απ’ τη μαστούρα πήγε να πουλήσει μούρη στους τελωνειακούς… «Ξέρετε ποιος είμαι γώ;» τους φώναζε…. Αμ και που μάθανε το ίδιο έκανε… Τον χώσανε μέσα κι αν δεν πήγαινε ο πρέσβης ακόμα εκεί θάτανε…. (Προς τη γυναίκα) Με ακούς ;…. (Παύση)  Τι να μ’ ακούς ;  Και να μ’ ακούς τι καταλαβαίνεις εσύ απ’ αυτά ;  (μονολογεί)  Τέτοιο ρεζιλίκι δεν τόχα ξαναπάθει…. Τα μπάλωσα βέβαια, αλλά έπρεπε νάκουγες τη φωνή του πρέσβη στο τηλέφωνο…. Να μου το θυμηθείς, αργά ή γρήγορα θα με βάλει να του ξεπληρώσω τη χάρη…. Και τώρα το κωλόπαιδο παίρνει τα μούτρα του και μου τηλεφωνεί…. Η μάνα του τον έβαλε, βάζω στοίχημα…. Αλλά βλέπεις δε φταίει κανείς, αυτή η παλιοδουλειά που κάνω φταίει… Τους παράτησα και να το αποτέλεσμα…. Να κουβαλάνε το γιο του βουλευτή, τύφλα στη μαστούρα…. (Στη γυναίκα)  Αργείς στο μπάνιο ;

Εκείνη κλείνει το νερό.

ΑΝΤΡΑΣ

Όχι, δεν θέλω να μπω εγώ, να μιλήσουμε λίγο ήθελα…. (Γελάει μόνος του) Τι καλό κορίτσι που είσαι τελικά…. Δε μου χαλάς χατίρι…

Ο ήχος του νερού που ξανατρέχει.  Εκείνος ανάβει κι άλλο τσιγάρο.

ΑΝΤΡΑΣ

Η άλλη δεν ήταν έτσι ποτέ…. Ούτε στην αρχή όταν παντρευτήκαμε… Που λένε ότι το πρώτο καιρό τα ζευγάρια είναι μέλι και τέτοια ; … τρίχες. Εκείνη είναι μια στεγνή γυναίκα, δεν είναι θηλυκό, δε ξέρει και δε θέλει να μανατζάρει τον άντρα της… Απ’ το πρώτο μήνα άρχισε να ζητάει, να ζητάει, κι εγώ τι ήμουνα νομίζεις ; Καμμιά τράπεζα ; Υπάλληλος ήμουνα  και συνδικαλιστής… (παύση) Περισσότερο συνδικαλιστής παρά υπάλληλος… Αυτή όμως έβλεπε μακριά, δε λέω…

Ο ήχος του νερού σταματά.  Η γυναίκα βγαίνει τυλιγμένη σε μια πετσέτα. Διασχίζει το δωμάτιο και πηγαίνει από την άλλη μεριά του κρεβατιού, όπου είναι πεταμένα στο πάτωμα τα ρούχα της.  Εκείνος τη κοιτά με πάθος.

ΑΝΤΡΑΣ

Τι όμορφη που είσαι !

ΓΥΝΑΙΚΑ ΟFF

H μάνα μου λέει πως βρέχει κάτω. Μακάρι να μύριζα λίγο τη βροχή… Εδώ μυρίζει μούχλα…Μετά θ’ ανοίξω το παράθυρο του φωταγωγού να κάνει λίγο ρεύμα. Λείπει τ’ οξυγόνο εδώ μέσα…

Η γυναίκα του χαμογελά.

ΑΝΤΡΑΣ

Έλα δώ να σου δώσω ένα φιλί….

Εκείνη διστάζει.

.ΑΝΤΡΑΣ

Ένα φιλάκι μόνο. Στ’ ορκίζομαι…

Η γυναίκα τον πλησιάζει και τον φιλά. Εκείνος επιμένει ακόμα κι εκείνη του ξεφεύγει γελώντας.

ΑΝΤΡΑΣ

Να ! Βλέπεις αυτό που σούλεγα ; Εσύ είσαι θηλυκό εκατό τοις εκατό, με κάνεις και σε θέλω συνέχεια…. Ουφ !!! (ρουφάει το τσιγάρο του)  Μετά από ένα τέτοιο μεσημέρι θα τους πάρει και θα τους σηκώσει στο Υπουργείο… Έχω ενέργεια κι άντε ν’ ανακαλύψουν από πού προέρχεται… Όχι νομίζουν πως θα είμαι συνέχεια σήκω σήκω κάτσε κάτσε… Μ’ έχουν στο χέρι με κείνη την υπόθεση της Ομόνοιας…

Σταματά απότομα. Η γυναίκα τον κοιτά στα μάτια.  Εκείνος κομπιάζει.

ΑΝΤΡΑΣ

Τέλος πάντων, δεν πρόκειται νάμαι δούλος τους μια ζωή. Εντάξει κύριε, ένα λάθος κάναμε, τι θα γίνει τώρα; Θα μας πάρετε το κεφάλι ;…. (παύση)  Άσε που άμα ανοίξω το στόμα μου, θα τρέχουν και δε θα φτάνουν…. Ο Καλογερόπουλος προχθές πήρε το πακέτο μπροστά μου κι έκανε σα να μην έτρεχε και τίποτα… Ένα πακέτο να, όλο μετρητό. Κι όμως κυρία μου, ο Καλογερόπουλος θα περάσει και για σωτήρας του έθνους στο τέλος. Πληρώνει το διευθυντή σ’ ένα κανάλι, και δώστου διαφήμιση τα δημοσιογραφάκια… Νάξερε το χωριό του η Πυργίτσα πόσο στοίχισε το ξωκλήσι που τους έκανε δώρο…. Μωρέ τι ξωκλήσι… Αεροδρόμιο τους έφτιαχνε με το μετρητό που πήρε… Αλλά, ο ευνοούμενος βλέπεις….

Πέφτει μπρούμυτα στο κρεβάτι προς το μέρος της γυναίκας που έχει τελειώσει το ντύσιμό της και τώρα κάθεται στον καθρέφτη και βάφεται αργά.

ΑΝΤΡΑΣ

(Σχεδόν μυστικά αλλά με φωνή παιχνιδιάρικη)

Το ξέρεις πως είναι αδελφή ;

Η γυναίκα σταματά για μερικά δευτερόλεπτα και μετά συνεχίζει το βάψιμό της.

ΑΝΤΡΑΣ

Ναι, καλά μπορεί να μη με πιστεύεις, γιατί μέσα από τα κανάλια περνάει και για ωραίος κι όμως είναι αδελφή του κερατά… Και να σου πω και κάτι, μια μέρα πήγε να μου τη πέσει, με διπλάρωσε και μούλεγε διάφορα τρελά, αλλά τον έβαλα στη θέση του… Από τότε έχω το πάνω χέρι μαζί του…. Δε μου χαλάει χατίρι… Μπορεί και να νομίζει ότι θα το σφυρίξω πουθενά και μετά, στις εκλογές, θα του πάρουνε τα σώβρακα… (παύση) Ποια σώβρακα; Τις  κυλόττες του….

Βάζει τα γέλια. Ξαφνικά αρχίζει και η γυναίκα να γελάει μαζί του. Γελάνε κι εκείνος πέφτει απ’ το κρεβάτι και γελάνε ακόμα πιο πολύ. Σταματάνε όταν κι οι δύο είναι αγκαλιασμένοι στο πάτωμα.  Εκείνος της χαϊδεύει τα μαλλιά.

ΑΝΤΡΑΣ

Αχ, παραλίγο να σκάσω από τα γέλια… Καταλαβαίνεις τώρα τι βρίσκω σε σένα ; Πού να γελάσεις στη Βουλή με κείνα τα μούτρα….

Η γυναίκα σηκώνεται και με αισθησιακές κινήσεις βάζει το cd κι αρχίζει να κάνει στριπ τιζ.

ΑΝΤΡΑΣ

‘Ελα τώρα. Δε θέλω αηδίες. Κόφτο. Άμα θες γαμήσι πέστο μου στα ίσια. Σταμάτατο το ρημάδι σου λέω, δε γουστάρω τις μουσικές…

Η γυναίκα χωρίς να τον κοιτά, υπακούει.

Αυτός σηκώνεται τυλιγμένος στο σεντόνι και μιλώντας μπαίνει στο μπάνιο. Όταν ξαναβγαίνει φοράει το παντελόνι του και κάθεται στο κρεβάτι για να φορέσει τις κάλτσες και τα παπούτσια του.

ΑΝΤΡΑΣ

Άμα χτυπήσει το τηλέφωνο μη το σηκώσεις…

ΓΥΝΑΙΚΑ OFF

Όταν τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε με τις φίλες μου στη παραλία του Καστελόκαμπου. Το χειμώνα μαζεύαμε κοχύλια και φτιάχναμε η κάθε μια ένα διαφορετικό κόσμημα να δούμε ποια θα κάνει το καλύτερο. Συνήθως στο τέλος τα χαρίζαμε η μια στην άλλη… Πόσα χρόνια να πέρασαν από τότε που πήγαινα σχολείο κι έκανα όνειρα;  Πού να θυμάμαι…

Ανοίγει η βρύση και ο ΑΝΤΡΑΣ μιλάει πιο δυνατά. Η γυναίκα μένει στο πάτωμα ξαπλωμένη

ΑΝΤΡΑΣ (από το μπάνιο)

Άκουσες τι είπα ; Μη το σηκώσεις…Θάναι ο γιος μου ή κανένας από το Υπουργείο. Ξέρεις τι ανακάλυψα ;  Το τηλέφωνό μου χτυπά ασταμάτητα όλη μέρα κι όλη νύχτα, αλλά δεν με παίρνει κανένας φίλος…. Όλο ρουσφέτια…. Η μισή Ελλάδα ζητάει ρουσφέτια κι η άλλη μισή τρέχει να τα κάνει….. Άσε που σ’ αναγκάζουν σώνει και καλά να τους πεις ψέματα.. Αν τους πω «ρε αδελφέ, με τόσες αιτήσεις, ούτε η Αμερική νάμασταν…Που να σας βάλουμε;» ξέρεις τι απαντούν; «Θα τα πούμε στις εκλογές»….. Εκβιαστές του κερατά….

Βγαίνει απ’ το μπάνιο.

ΑΝΤΡΑΣ

Χτύπησε ; Δε χτύπησε….  Καλύτερα… (Κοιτάει το ρολόι του) Φτου να πάρει, άργησα… Πρέπει να περάσω απ’ το γραφείο να κάτσω καμιά ώρα και μετά να ξαναπεράσω απ’ τη Βουλή… (Την κοιτάζει στο πάτωμα) Δε θα σηκωθείς; (Γονατίζει κοντά της) Τι γυναικάρα είσαι συ μάτια μου…. Σε βλέπω έτσι και μούρχεται να τα παρατήσω όλα και να μείνω εδώ μέχρι το βράδυ…..

ΓΥΝΑΙΚΑ ΟFF

Tη τελευταία φορά που πήγα στο Καστελόκαμπο ένα καράβι τράκαρε με τον ήλιο και γέμισε τη θάλασσα αίματα. Ήθελα να στο πω μα με είπες τρελή κι αλλοπαρμένη. Έτσι την επόμενη τα μάζεψα κι ήρθα στην Αθήνα. Δε σε ξαναείδα ποτέ. Ούτε σένα ούτε κείνη τη θάλασσα.

Η γυναίκα σηκώνεται, τον χαϊδεύει απαλά και αρχίζει να βάφεται.

ΑΝΤΡΑΣ

Αν δεν ήταν εκείνο το ρημαδιασμένο βράδυ στην Ομόνοια, τώρα θάμουν Υπουργός…. Αλλά μ’ έφαγε ένα κωλόπαιδο…. (Τη κοιτά) Σε σένα μιλάω γιατί ξέρω ότι είσαι τάφος…. Ή ότι δε σ’ αρέσουν οι τάφοι τέλος πάντων, ότι είναι ακόμα νωρίς για σένα… (Γελάει σαδιστικά) Όλη μου τη ζωή μου τη γάμησε ένα κωλόπαιδο ! Πετάχτηκε μπροστά μου και δε μπόρεσα να αντιδράσω, το είχα διαολοστείλει που με τη βροχή ήθελε ντε και καλά να μου πουλήσει χρωματισμένα τριαντάφυλλα…  «Να τα πάω που, ρε τσόγλανε ! Στο Πρωθυπουργό;» Μου χτύπαγε το τζάμι κι είχε κολλήσει τα μάτια του στον αναπτήρα μου. «Αμάν κλεφτρόνι» σκέφτηκα. Τούσπρωξα το χέρι και πάτησα γκάζι να τη κάνω…. Πέσανε κάτω τα λουλούδια κι έσκυψε να τα μαζέψει…. Το μαλακισμένο…. Έχασε τη ζωή του για πέντε ψωροτριαντάφυλλα…

Η γυναίκα βάφεται χωρίς να τον κοιτάζει

ΑΝΤΡΑΣ

Δεν ήταν κανείς εκείνη την ώρα στο δρόμο, αλλά είχα μαζί το μεθύστακα τον Λουράκο. Τα ξέρασε όλα και φτάσαμε εκεί που φτάσαμε…. Τι βουλευτικές ασυλίες και κουραφέξαλα… Έγινα ρεζίλι για ένα ρεμάλι κι ένα μάτσο πλαστικά τριαντάφυλλα…. Κατάλαβες τώρα ;

Παύση. Η γυναίκα σταματάει και τον κοιτά σχεδόν ανέκφραστη.

ΑΝΤΡΑΣ

Ένα ατύχημα ήταν…. Τίποτ’ άλλο. Σάμπως ήξερα ότι πέθανε επί τόπου; Την άλλη μέρα τόμαθα, τι νάκανα; Ν’ αναστήσω νεκρούς ;  Εμένα μετά μ’ έφαγαν όλοι μ’ αυτή την υπόθεση…. Μου τα πήραν όλα, μ’ εκβίαζαν , έφτασαν να μου λένε ότι κάποιος τουρίστας περαστικός είχε φωτογραφίες το συμβάν…. Πέρασα μια κόλαση…..Μετά τόμαθα το παραμύθι. Έβαλα και μάζεψαν πληροφορίες για όσους μ’ εκβίαζαν… Ξέρεις τι έχει κάνει ο καθένας από δαύτους ; Και τη μάνα τους έχουν πουλήσει οι αθεόφοβοι….Και λέγανε για μένα ! Έτσι κλείσανε για λίγο τα στόματα, αλλά πάντα υπάρχει η απειλή…. Μη μιλήσει κανένας, μη θυμώσει, μη και γω δεν ξέρω τι !  (Την ξανακοιτά. Σχεδόν γλυκαίνει) Μόνο εδώ, με σένα χαλαρώνω…. Δε μου κάνεις ερωτήσεις, δε μου ζητάς, δε μ’ αναγκάζεις να λέω ψέματα…..

Η γυναίκα τελειώνει το βάψιμό της, που είναι εντυπωσιακό κι αρχίζει να βάζει κοσμήματα.

ΑΝΤΡΑΣ (σχεδόν μονολογεί)

Το χειρότερο ήταν όταν μ’ έβαλαν να υπογράψω κείνη τη συμφωνία, ξέρεις.. Ιδέα δεν έχω από Ιστορία, τι με νοιάζει εμένα η Ιστορία, λες και χρειάζεται να δώσεις πανελλαδικές για να γίνεις βουλευτής…. Εμένα με ψηφίζει ο κόσμος κι ο κόσμος έχει δίκιο ! Ο κόσμος δε με ψηφίζει για να ξέρω Ιστορία….(Παύση) Αλλά όταν έμαθα τι είχε γίνει αργότερα…. Παραλίγο να πω «αντίο καριέρα»… Το εργοστάσιο έριχνε τα απόβλητα λέει σ’ ένα αρχαίο ποτάμι…. Και σάμπως υπάρχει κύριε κανένα ποτάμι που είναι νέο ; Αλλά τούτο το ρημαδιασμένο ποτάμι λέει κουβαλούσε τις ψυχές…

Η γυναίκα σταματά απότομα και τον κοιτά έντονα στα μάτια. Εκείνος δεν καταλαβαίνει το βλέμμα της

ΑΝΤΡΑΣ

Ναι, κάπως έτσι τους κοίταξα και γω όταν μου τόπαν… Αλλά τι να κάνω ; Να τους πω ότι είναι ηλίθιοι γιατί οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι ψυχές πάνε τσάρκα στα ποτάμια ;  Και με βγάλανε τα κανάλια κι άρχισαν να λένε διάφορα… Και νάχω και την Εταιρία να μου λέει δώσε μας πίσω τη μίζα… Ποια μίζα ; Γιατί λένε μίζα τα λεφτά που παίρνει ένας άνθρωπος όταν κάθεται και δουλεύει ώρες για να πετύχει κάτι ;  Εσύ δεν πληρώνεσαι ;

Η γυναίκα γυρίζει το κεφάλι της αλλού, χαμογελώντας ελαφρά. Τώρα είναι σχεδόν ντυμένη.

ΑΝΤΡΑΣ

Χαμογελάς…. Όλοι νομίζουν λοιπόν πως είμαστε πλούσιοι, πως ρουφάμε το μεδούλι του φτωχού κοσμάκη…. Σκατάδες όλοι ! Μπάσταρδοι ! Σα και κείνο το τσογλάνι στην Ομόνοια με τα χρωματισμένα τριαντάφυλλα.  Με μούντζωσε πριν τα τινάξει, είμαι σίγουρος…. Όμως δεν έφταιγα εγώ ! Η κακιά στιγμή, η κακιά του μοίρα…. Η δικιά μου κακιά μοίρα….

Χαμηλώνει το κεφάλι του και μονολογεί. Η γυναίκα τον πλησιάζει καθώς αυτός μιλά και για μια στιγμή του δείχνει συμπόνια.

ΑΝΤΡΑΣ

…Νομίζεις πως τέλειωσα μ’ αυτό το τσογλάνι ; Έτσι πίστεψα και γω… Πλήρωσα τους δημοσιογράφους που με κυνήγαγαν , βόλεψα μερικούς σε κάποιες θεσούλες κι είπα : τέλειωσε…. Κι ήρθε καπάκι η υπόθεση με το εργοστάσιο και τ’ απόβλητα στο αρχαίο ποτάμι…. Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι έπρεπε να πάρω μια θέση και γω… «Να κάτσεις στ’ αυγά σου» μου είπε η γυναίκα μου όταν αποφάσισα να πάω να δω μόνος μου τι γινόταν εκεί πέρα …. Δεν την άκουσα… Άκου «το ποτάμι που κουβαλάει ψυχές…» Πήγα…. Ένας χείμαρρος ήταν που είχε στενέψει απ’ τις προσχώσεις…. Ένας κωλο-χείμαρρος και τίποτ’ άλλο….

Η γυναίκα κάθεται με στοργή δίπλα του και τον κοιτά.

ΑΝΤΡΑΣ

Έτοιμος ήμουν να φύγω , να γυρίσω πίσω στην Αθήνα… Και ξαφνικά είδα στο νερό …. (κομπιάζει. Ιδρώνει. Την κοιτάζει)…. Είδα, ένα…τριαντάφυλλο…

Ένα βαμμένο τριαντάφυλλο, που καθώς κυλούσε άφηνε πίσω του ένα ρυάκι μπλε μπογιάς…. Είπα θα ονειρεύομαι, δεν μπορεί…. ΄Ώσπου είδα κι ένα άλλο, πορτοκαλί, κι ένα άλλο κόκκινο κι ένα ακόμα μπλε, κι όλα ν’ αφήνουν πίσω τους μια τρομερή χρωματιστή μπογιά…. Όλο το ποτάμι ήταν γεμάτο από σάπια τριαντάφυλλα, κι εγώ όρμησα μέσα κι άρχισα να τα μαζεύω και να τα πετάω στην άκρη γιατί ήξερα πως κάτω απ’ αυτά θάταν το πτώμα εκεινού του αλήτη, εκείνου του μπάσταρδου που πάτησα στην Ομόνοια…. Τίποτα… Όσο τα μάζευα τόσο ξεφύτρωναν κι άλλα κι άλλα, και στο τέλος το ποτάμι δε φαινόταν πια, παρά μόνο μια μάζα από χρωματισμένα λουλούδια που μετακινιόταν αργά σα λάβα.

Και από τότε δε μπορώ να βγάλω αυτή τη μπογιά από πάνω μου… Τα χέρια μου γίνανε μπλε κι όσο κι αν τα τρίψω δε καθαρίζουν, να ! κοίτα !

Της δείχνει τη παλάμη του χεριού του. Εκείνη κοιτά σα να μην βλέπει τίποτε….

ΑΝΤΡΑΣ

Δε το βλέπεις έτσι ; Ουφ! Καλύτερα ! Να γιατί με σένα είμαι καλά, γιατί δε βλέπεις αυτές τις μπογιές που κυλάνε μέσα μου και μούχουν διώξει όλο το αίμα….

Γυρνά και την αρπάζει από τη μέση

ΑΝΤΡΑΣ

Θέλω να κάνουμε πάλι έρωτα… Γδύσου, δε με νοιάζουν τα λεφτά.. Σε θέλω πάλι….

Η γυναίκα ακουμπά το χέρι της στο κεφάλι του στοργικά και παρ’ ότι πια το επάγγελμά της είναι ολοφάνερο, δείχνει να τον συμπαθεί και να του συμπεριφέρεται ανθρώπινα.  Εκείνος απότομα αλλάζει. Της πιάνει με βία το χέρι και το απομακρύνει. Τη σπρώχνει στο κρεβάτι και τη χαστουκίζει. Μετά σηκώνεται όρθιος.

ΑΝΤΡΑΣ (απότομα)

Τι κάνεις εκεί ; Τι χάδι είν’ αυτό ; Δε σε πληρώνω για να με λυπάσαι παλιοβρόμα….

Τη πιάνει απ’ τα μαλλιά και τη σέρνει στο καθρέφτη. Καθώς της μιλά και την αναγκάζει να κοιτάζεται, με το ένα του χέρι της απλώνει στο πρόσωπο το κραγιόν και το μακιγιάζ της.

ΑΝΤΡΑΣ

Ορίστε ! Εγώ έχω μπλε χέρια κι εσύ κόκκινη μούρη. Το ίδιο είμαστε και γω δε σε λυπάμαι…. Ούτε σε συμπαθώ ούτε με νοιάζεις. Σε πληρώνω γι αυτό που είσαι και τίποτε παραπάνω… Τ’ ακούς ; Κομμένα λοιπόν τα χάδια.

Χτυπάει το κινητό του. Απαντά

ΑΝΤΡΑΣ

Ναι… Ήρθαν ; Κράτησέ τους εκεί, σε πέντε λεπτά φτάνω…… Παραμύθιασέ τους, πέστους εντάξει, ξέρω γώ ; Μη τους αφήσεις να φύγουν , σε σκότωσα. Πρέπει να κλείσουμε τη συμφωνία. Έρχομαι.

Η γυναίκα κοιτιέται ακόμα στο καθρέφτη με τις μπογιές να τρέχουν στο πρόσωπό της. Εκείνος βγάζει από το πορτοφόλι του ένα  χαρτονόμισμα και το πετάει στο κρεβάτι.

ΑΝΤΡΑΣ

Θάρθω αύριο την ίδια ώρα. Φρόντισε να μην είναι κανένας εδώ.

Πριν βγει τραβάει το πανί από το πουλί. Ένα άδειο κλουβί.

ΑΝΤΡΑΣ

Δε μπορώ να καταλάβω γιατί έχεις σκεπάσει ένα άδειο κλουβί ! Μου φαίνεται πως έμπλεξα με τρελή.

Βγαίνει. Η γυναίκα πλησιάζει έντρομη το κλουβί. Διαπιστώνει πως είναι άδειο. Χαμογελά πικρά. Γυρνά, παίρνει το χαρτονόμισμα από το κρεβάτι και ξαναγυρίζει στο καθρέφτη. Διστάζει για μια στιγμή και μετά αποφασιστικά, καθαρίζει το πρόσωπό της με το χαρτονόμισμα που βάφεται κόκκινο κι αφού ξεβάφεται τελείως, μετά το πετάει. Βλέπει το μπλε μπουκαλάκι. Μουσική. Με αργές κινήσεις το παίρνει και το σπάει.

Απότομο σκοτάδι. Ήχος εκκωφαντικός από το σπασμένο μπουκάλι. Παιδική φωνή κοριτσιού.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΙΩΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Με σένα χαλαρώνω”

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s