H γυναίκα που πετούσε τα πράγματά της…

(Απόσπασμα από το «Κακό και άλλες ιστορίες της νύχτας» του Α. Παπαδόπουλου) 

Πρώτα πέταξε τη τηλεόραση. Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο καιρό εκεί που έβλεπες μια ταινία οι ηθοποιοί χανόντουσαν μέσα σε μπλε νερά κι όταν αυτά τα νερά αποτραβιόντουσαν, είχες χάσει τόσο πολύ απ’ την υπόθεση που έμενες με τη πίκρα μιας ιστορίας που έχασες το καλύτερό της μέρος. Κι έπειτα ούτε χρήματα περίσσευαν για μια καινούργια, αλλά ούτε και την ενδιέφερε να βλέπει τους συναδέλφους της στη τηλεόραση.Καθόταν στο καναπέ κι είχε ανάψει ένα απ’ τα κεριά που είχε αγοράσει για κείνον -άλλαζε με το φως των κεριών, γινόταν πιο ευάλωτος- όταν η οθόνη γέμισε ξανά νερά.  Εκείνο το βράδυ έβλεπε μια κωμωδία με τον Χατζηχρήστο. Δεν γελούσε. Δεν της φαινόταν τίποτε το κωμικό αλλά δεν θα μπορούσε να δει ένα δράμα, στη κατάστασή της. Όταν η τηλεόραση έκανε και πάλι νερά, σηκώθηκε και την πέταξε απ’ το φωταγωγό. Ο θόρυβος ξύπνησε τους γείτονες που πετάχτηκαν απ’ τα κρεβάτια τους,  φοβισμένοι όπως είχαν κοιμηθεί μετά από τα συγκλονιστικά δελτία των ειδήσεων.“Δεν είναι τίποτα” τους καθησύχασε εκείνη . “Έπεσε η τηλεόρασή μου, αλλά ούτως ή άλλως έκανε νερά…”Γύρισε στο σαλόνι κι άναψε ένα τσιγάρο. Το κερί -που είχε αγοράσει για κείνον αλλά ποτέ δεν το είδε- είχε πολύ ώρα για να λιώσει.“Σε πέντε ώρες θα ξημερώσει” σκέφτηκε  και ξανακάθισε στο καναπέ. 


Τρεις μέρες μετά, της χτύπησαν το κουδούνι. Νόμιζε ότι ήταν ο ταχυδρόμος αλλά ήταν μια χοντρή γυναίκα με δύο μωρά στην αγκαλιά.“Δώστε μου κάτι, βοηθήστε με” της είπε με ψεύτικη φωνή η τσιγγάνα.Δεν ήταν λοιπόν ο ταχυδρόμος. Της είπε να περάσει κι αντί λεφτά, της έδωσε ένα δαχτυλίδι, τέσσερα άχρηστα βιβλία και μια σακούλα τρόφιμα. Όλα τα τρόφιμα που είχε στο ράφι.Η τσιγγάνα φεύγοντας της έκλεψε ένα τασάκι, το  άσπρο φόρεμα που είχε αφήσει στη πολυθρόνα πριν ένα μήνα, της είπε ευχαριστώ, της είπε ότι ο Θεός να την έχει καλά και βγήκε.Δεν τη πείραξε που της πήρε το τασάκι και το φόρεμα.  Τη πείραξε που δεν ήρθε ο ταχυδρόμος, αλλά εντάξει. Δεν θα τον περίμενε πια. Από αύριο δουλειά, άρα και ναρχόταν ο ταχυδρόμος δεν θα την έβρισκε σπίτι. Πάνω στο τραπεζάκι, το ανώφελο κοντρόλ της τηλεόρασης και ένας τεράστιος λεκές από λειωμένο κερί.“Το τραπεζάκι δεν θα ξαναγίνει ποτέ όπως πριν…Πρέπει να το πετάξω…” σκέφτηκε και τη πήρε ο ύπνος στις 11.15 το πρωί. 
 

“Πώς και είσαι μόνη απόψε ;” τη ρώτησε η φίλη της που έλειπε στη Βόρεια Ελλάδα από τον Αύγουστο.“Χωρίσαμε”Σιωπή.“Ας το καλό ! Αυτό δεν το πιστεύω… Σε παράτησε ; Τον έπιασες με καμιά άλλη ;”“Χωρίσαμε”“Μην κάνεις έτσι. Αυτός χάνει. Σιγά το γκόμενο. Όλοι απορούσαμε τί του έβρισκες… Άσε που τελευταία τα μάτια του δεν φαινόντουσαν απ’ το πάχος…”Αλήθεια τα μάτια του !“Δεν με πειράζει. Το ξεπέρασα. Αύριο το βράδυ φεύγω για τη Κρήτη. Δουλειές. Μετά μπορεί να πάω στο Κάϊρο ή στη Λιβύη…”“Δεν θα σε δω δηλαδή;”“Μπα. Θα κοιμηθώ νωρίς απόψε. Θα σου στείλω κάρτα”“Έχε το κινητό ανοιχτό. Θα σου τηλεφωνήσω.”“Δεν έχω πια κινητό. Έπεσε στη μπανιέρα και χάλασε.”  Έκλεισε.  Έμεινε να κοιτά την ηλίθια πορτοκαλί  συσκευή τηλεφώνου σε σχήμα πορτοκάλι που της είχε χαρίσει. Μετά πήρε το κινητό και τη συσκευή-πορτοκάλι και τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.Κοιμήθηκε. 

Κατέβαινε τη Κηφισίας όταν στο ύψος του Χίλτον τον συνάντησε. Φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο κι οδηγούσε ένα κίτρινο δίπορτο Μεγκάν.Δεν ήταν αυτό το αυτοκίνητό του. Πότε πρόλαβε και τ’ αγόρασε ;“Βρε, τί έκπληξη !  Δεν το περίμενα ! Πόσο αδυνάτισες !” της είπε όταν τ΄ αμάξι του σταμάτησε στα φανάρια δίπλα στο δικό της.“Δεν είμαι πιο όμορφη έτσι ; Τί ωραίο αυτοκίνητο !”“Είπα να κάνω μια τρέλα και γω στη ζωή μου… Καλά δεν έκανα ;”“Μια τρέλα…Ναι, ναι… Καλά έκανες…”Σιωπή. Κάποιος κορνάρει.“Λοιπόν, να πηγαίνω… Κοίτα τον αστυνομικό στη γωνία πώς μας κοιτάει… Δε θέλω να πάρω καμιά κλήση…Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…”“Ναι. Με γεια το αυτοκίνητο. Πάρε με τηλέφωνο…” Έφυγε. Ο αστυνομικός θόλωσε μέσα σ’ ένα ασυγκράτητο δάκρυ. “Πάρε με τηλέφωνο”… Πού ;Αλλά εκείνη τον είδε που ήταν ευτυχισμένος. Πιο κάτω, μπροστά στην Ακρόπολη σταμάτησε γιατί το φεγγάρι βγήκε απότομα ανάμεσα απ’ τις κολώνες. Άναψε ένα τσιγάρο, ακούμπησε στο πέτρινο στηθαίο κι έμεινε να το χαζεύει.Κάποιος τη πέρασε για ιερόδουλη  και τη  ρώτησε πόσο πάει. Τόβαλε στα πόδια, κατηφόρισε προς το Θησείο, μπερδεύτηκε στα στενά και ξέχασε για πάντα το αυτοκίνητό της μ’ αναμμένα τα φώτα μπροστά στα Προπύλαια. 

Το αφεντικό της θύμωσε πολύ όταν εκείνη αρνήθηκε να πάει στη Κρήτη.“Θέλω να πάω στο Κάϊρο” του είπε κοφτά. “Ή εκεί ή πουθενά”“Εγώ το λέω για το καλό σου… Για να μην πας  τόσο μακριά.”“Και το Κάϊρο μου φαίνεται  κοντά… Πολύ κοντά… Η θάλασσά του ακουμπάει την Ευρώπη…Από κει θα κοιτάξω να πάω στο Ναϊρόμπι ή στο Βόρνεο… Αλλά καλύτερα να πάω στο Κάϊρο παρά  στη Κρήτη…”Το αφεντικό δεν μίλησε γιατί σκέφτηκε πως όλοι οι δημοσιογράφοι είναι ιδιόρρυθμοι κατά βάθος. Άκου η θάλασσα της Αιγύπτου βρέχει την Ευρώπη ! Ας πήγαινε λοιπόν στο Κάϊρο, μέσα στους αραπάδες.  Ή στο Βόρνεο, μπας και τη φάει κανένας ανθρωποφάγος και ησυχάσουνε.  Πέρυσι τέτοιο καιρό, τον ζάλιζε για να τακτοποιήσει το καινούργιο της φίλο. Παράξενη γυναίκα, σημαδεμένη από τη δική της μοίρα. Βρήκε έναν δέκα χρόνια νεώτερό της κι έχτισε ένα δεσμό πάνω στην άμμο. Τώρα ήταν μόνη.Τί περίμενε ; Ο έρωτας έχει κανόνες και πλαίσια. Όποιος παίζει  έξω απ’ αυτά, χάνει. Πήγε στο γραφείο της να μαζέψει τα προσωπικά της αντικείμενα. Τα έβαλε σε μια σακούλα κι έκανε προώθηση των προσωπικών της τηλεφωνημάτων στο κινητό της, που τώρα ήταν ήδη στη χωματερή. Βγαίνοντας, είδε πάνω στο γραφείο της ένα χάρακα. Τον χρησιμοποιούσε όταν έγραφε σε λευκά φύλλα, για να μην φεύγουν τα γράμματα προς τα πάνω. Πάντα όταν έγραφε, τα γράμματα ξέφευγαν προς τα πάνω…Γύρισε ,πήρε τον χάρακα, τον έσπασε, μπήκε στο ασανσέρ και χαμογέλασε στο καφετζή που την κοίταξε με οίκτο, σα να ήξερε. 


Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Κάϊρο, ήταν έξι το πρωί. Ο ταξιτζής οδηγούσε σα παλαβός, παίρνοντας τις στροφές με χίλια και το ραδιόφωνο έπαιζε αραβικά σκυλάδικα.  Στο ξενοδοχείο της έδωσαν το κλειδί του δωμάτιου. Το πήρε, αλλά δεν ανέβηκε επάνω. Παρήγγειλε ένα ουίσκι, επτά η ώρα το πρωί και κάθισε στη βεράντα. Στο δρόμο μπροστά της είδε ένα Μεγκάν (δίπορτο κι αυτό) κι έναν πλούσιο Αιγύπτιο που παραπατούσε απ’ τη νύστα.“Σύμπτωση” σκέφτηκε.Άλλαξε γνώμη όταν είδε ότι όλο το Κάϊρο ήταν γεμάτο δίπορτα Μεγκάν σαν εφιάλτες.Δεν τσαλάκωσε τα σεντόνια του ξενοδοχείου. Πήρε το αεροπλάνο για το Βόρνεο αλλά στη μέση της διαδρομής ζήτησε να τη γυρίσουν πίσω. 


Ο καινούργιος της φίλος ήταν κουλτουριάρης. Τη πήγαινε σε απερίγραπτης νύστας σινεμά και περίεργα κουτούκια στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. Εφτά μέρες και δεν είχαν κάνει έρωτα, αλλά απόψε έπρεπε να το κάνει. “Κανείς δεν πέθανε απ’ αγάπη” έγραψε με το κραγιόν της πάνω στο καθρέφτη του μπάνιου της.  Διάλεξε ένα κοντό φόρεμα με τιράντες, άλειψε το σώμα της με μυρωδικά και βγήκε να τον συναντήσει χωρίς να φοράει κυλόττα.Εκείνος τη περίμενε στο Φλοκαφέ της Πατησίων . Αυτό ήταν ένα λάθος του αφού εκεί πήγαινε και με τον άλλο, αλλά σκέφτηκε ότι έπρεπε να επισκεφτεί ξανά όλα τους τα μέρη για να τον ξεπεράσει. “Θέλω να περάσουμε μαζί όλο το Σαββατοκύριακο ! Σιχαίνομαι να περνάω έστω μία ώρα απ’ το Σαββατοκύριακο, χωρίς τον άνθρωπό μου…”Τί σύμπτωση ! Και κείνη το ίδιο πράγμα σιχαινόταν. Μόνο που αυτός δεν ήταν ο άνθρωπός της. Ο άνθρωπός της ήταν αλλού, με κάποιον άλλο άνθρωπο. “Θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα” του είπε.Πήγαν στο σπίτι του, κάπου στα Εξάρχεια μάλλον, γιατί εκείνη σ’ όλη τη διαδρομή είχε τα μάτια της κλειστά.  Η Αθήνα όταν βρέχει είναι μια ανοιχτή πληγή και πονάει. Καλύτερα να μην βλέπεις.  Εκείνος έβαλε ρομαντική μουσική (τους Cars, άλλο λάθος κι αυτό), άναψε κεριά και ξάπλωσε στον καναπέ arte povera. “Πάω στο μπάνιο” του είπε και δεν ξέχασε να σκουπίσει το στόμα της απ’ τα φιλιά του, όταν κατέβαινε τρέχοντας δέκα δέκα τα σκαλιά της πολυκατοικίας. 


Είχε ανάγκη να τον δει. Τριακόσιες εξήντα τέσσερις μέρες μακριά του. Του τηλεφώνησε από ένα καρτοτηλέφωνο, δίπλα σε μια Γενική Τράπεζα. Κάθε νούμερο κι ένα δάκρυ για όσα είχε αφήσει τον εαυτό της να νοιώσει, για όσα έκανε, για όσα δεν πρόλαβε να κάνει.“Σ’ αγαπώ” του είπε μόλις τον άκουσε.“Μή λες κουταμάρες” της είπε εκείνος. “Τάμαθε όλα η μαμά μου” 
Ήρθε η ώρα να πετάξει τη κουζίνα. Ένα τόσο άχαρο έπιπλο λευκό, μέσα στη καταχνιά ενός ανείπωτου πόνου, πάει πολύ. Εξ άλλου ήταν άχρηστο. Ένας καφές, είναι νερό ζάχαρη και καφές κι ένα ουίσκι είναι νερό και ουίσκι. Όποιος πεινάει πάει στα Goody’s… Όταν πέταξε τη κουζίνα και ασορτί το ψυγείο, (αφού ήταν χειμώνας κι αυτό τεράστιο), οι γείτονες άρχισαν να ρωτάνε από ανησυχητική περιέργεια.“Πάλιωσαν. Θα πάρω καινούργια”“Μήπως συμβαίνει κορίτσι μου τίποτε ; Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά ;”Εκείνη θυμόταν το επάγγελμα που έκανε πριν αιώνες, χαμογελούσε σα καλή δημοσιογράφος κι έκλεινε τη πόρτα χωρίς να βάλει σύρτη, μην τυχόν και γυρίσει και δεν μπορεί να μπει.“Απ’ αγάπη δεν πέθανε κανένας” έγραφε ακόμα ο καθρέφτης της. Ήταν οκτώ το βράδυ ενός  Σαββάτου όταν τον πέταξε κι αυτόν. 


Έμαθε ν’ αντιδρά, όταν έμαθε ότι παντρεύτηκε. Τότε ξαναγόρασε ψυγείο, κουζίνα, τηλεόραση, τασάκια, αλλά δεν ξαναγόρασε ποτέ κεριά. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί και πήρε έντεκα άσπρα φορέματα  και τρεις άσπρες τσάντες. Έβρεχε τη μέρα του γάμου του, αλλά εκείνη  το έμαθε αργότερα. Βρήκε ξανά τη φίλη της, που της τον θύμιζε πότε πότε, λέγοντας πόσο βλάκας ήταν αυτός που  παράτησε τη πιο διάσημη δημοσιογράφο της Ελλάδας. Εκείνη γελούσε δήθεν κι έκανε έρωτα δήθεν και δούλευε δήθεν, αλλά σε κανένα ποτέ δεν επέτρεψε να μάθει το γιατί. Παντρεύτηκε ύστερα από πέντε χρόνια και χώρισε μετά  από τρία, χωρίς να πάει ούτε μια φορά στο Φλοκαφέ της Πατησίων .Τον ξανασυνάντησε τυχαία δίχως το κίτρινο Μεγκάν.“Τί έκπληξη !” της είπε η φωνή του κι άλλα της είπαν τα μάτια του.“Δεν το πίστευα ποτέ πως θα συμβεί σε μας αυτό…” απάντησε ,χωρίς να διατηρεί την αξιοπρέπεια μιας διάσημης γυναίκας. “Πίστευα πως αφού σ’ αγαπούσα, δεν θα με άφηνες ποτέ…Δεν θέλω να κοιμάσαι, να ξυπνάς και να σ’ αγγίζει μία άλλη. Δεν θέλω να μυρίζει τη μασχάλη σου μία άλλη… Δεν θέλω να σ’ ακούει να μιλάς μία άλλη…Δεν θέλω να ξυρίζεσαι σ’ ένα σπίτι που λείπω εγώ…”“Μα τί θυμάσαι τώρα…” της είπε εκείνος  και σκέφτηκε με ενοχές τη γυναίκα του που δεν τον αγαπούσε ευτυχώς τόσο. “Ας μείνουμε φίλοι… Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι…Εξ άλλου το ξέρεις… Δεν σε ήθελε με τίποτε η μαμά μου…” 

Γύρισε σπίτι της Σάββατο βράδυ. Στον τηλεφωνητή, οκτώ προσκλήσεις εξόδου και το σαλόνι γεμάτο έπιπλα. Πολλά έπιπλα. Υπερβολικά πολλά έπιπλα.Άναψε τη τηλεόραση και χάζεψε τις ειδήσεις. Ενδιαφέρον το ρεπορτάζ για το μετρό, που ογδόντα τρία χρόνια τώρα, δεν τελείωνε. Αύριο θα έψαχνε το θέμα σε βάθος.  Άνοιξε το ψυγείο και σκέφτηκε να φάει πριν βγει. Μην πιει πάλι με άδειο στομάχι. Αλλά πρώτα έκανε μπάνιο. Σταμάτησε να ρίχνει σαμπουάν μόνο όταν το μπουκάλι τέλειωσε. Βγήκε απ’ το ντους χωρίς να σκουπιστεί, γυμνή, μέσα σ’ ένα σπίτι που μύριζε τώρα σαμπουάν σάπιο μήλο. Έβαλε το σύρτη και ξαναγύρισε στο ψυγείο. Να φάει πριν βγει. Μην μεθύσει και γίνει ρεζίλι μ’ άδειο στομάχι.  Μπάμιες και τυρί φέτα. ΟΚ. Η στάχτη απ’ το τσιγάρο της έπεσε πάνω στη σάλτσα. ΟΚ, ήταν λίγη. Δεν μεθάει κανείς με μπάμιες, φέτα και στάχτη. “Εγώ ναι, αλλά η μαμά μου…”Έβαλε τα γέλια. Έβαλε το σύρτη. Έβαλε τους Cars. Κανείς δεν πεθαίνει απ’ αγάπη.  

Το επόμενο Σάββατο  απόγευμα, την αναζήτησαν. Εκκεντρική μεν, αλλά ποτέ δεν εξαφανιζόταν μία εβδομάδα.  Πήγαν σπίτι της, και κανείς δεν άνοιξε. Η μυρωδιά του πτώματος τους έκανε να σπάσουν τη πόρτα. Ο αστυνομικός που την είχε δει στο Χίλτον να κλαίει, ήταν αυτός που συμπτωματικά είχε βάρδια εκείνο το βράδυ. Ήταν αυτός που πρώτος μύρισε τη μυρωδιά της απουσίας της… Δεν φαντάστηκε ότι ένα βράδυ συνάντησε αυτή τη γυναίκα να κλαίει δίπλα σ’ ένα δίπορτο Μεγκάν…Κανείς τους δεν έμαθε αυτή τη δεύτερη συνάντηση…. Ούτε εκείνος, ούτε εκείνη.Το σπίτι ήταν κλειδωμένο από μέσα, αλλά εκείνη έλειπε. Το σπίτι μύριζε έντονα θάνατο, αλλά εκείνη έλειπε.  Πώς να μάθαιναν τη μοιραία σύμπτωση  λοιπόν ; Αφού πέρασαν οι μέρες και δεν έδινε σημεία ζωής, οι ειδήσεις την έδωσαν ως “απολεσθείσα”.Εκείνη την ώρα των ειδήσεων, αυτός λαγοκοιμόταν κι η γυναίκα του έστρωνε τραπέζι. 

“Αυτή δεν είναι μια παλιά γκόμενά σου ;” του είπε μόλις είδε τη φωτογραφία της.“Ποιός ξέρει πού θα σε είχε μπλέξει, αν ήσουνα μαζί της”Αυτός δεν απάντησε.  Τα μάτια του που είχαν ασκημύνει απ’ την αχρηστία τόσου καιρού, έγιναν για λίγο όμορφα. Φυσικά εκείνη δεν τα είδε.  Εκείνη είχε δουλειά.Ν’ ανοίξει το παράθυρο να ξεμυρίσει το σπίτι απ’ τις τηγανητές πατάτες, να ετοιμάσει τα παιδιά για την αυριανή επίσκεψη στη γιαγιά τους , να πέσει να κοιμηθεί νωρίς, μουρμουρίζοντας την ατυχία της να μην έχει μια υπηρέτρια. Εκείνος είδε όλες τις ειδήσεις, τη ταινία μετά, μέχρι το σήμα του σταθμού κι όταν κοιμήθηκε είδε στον ύπνο του τη ρίζα του βράχου της Ακρόπολης και τα πτώματα του Μιμίκου και της Μαίρης, που λέγεται ότι αυτοκτόνησαν και πέθαναν απ’ αγάπη, σ’ άλλους καιρούς μακρινούς, τότε που οι άνθρωποι πέθαιναν ακόμα κι από έρωτα. 

Το πρωί  της Κυρικής, έκανε επίσκεψη οικογενειακώς στη μαμά του και τα ξέχασε όλα.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s