Και εγένετο δράμα εν Αττική

Της Μαρίας Αμερικάνου


“Η προ του δράματος εποχή”

Το δράμα γεννήθηκε στον ελληνικό χώρο. Είναι ένας ζωντανός και διαχρονικός θα λέγαμε οργανισμός, που κυοφορήθηκε, γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Ελλάδα, και -ώριμος πιά- κατέκτησε με την πνευματική μεστότητα και ωριμότητά του, όλον τον κόσμο. Ακριβέστερα το δράμα -το αριστούργημα των αριστουργημάτων- γεννήθηκε στα όρια της Αττικής, κάτω από τον αέναο και φωτοδότη ήλιο, που πύρωνε τις άγιες πέτρες της. Γεννήθηκε μέσα στ’ αμπέλια και τις ελιές, στη Φύση που πάντα θα πεθαίνει το χειμώνα και πάντα θ΄ ανασταίνεται την άνοιξη.

Η δραματική ποίηση είναι ένα από τα τρία μεγάλα είδη του αρχαίου ελληνικού ποιητικού λόγου. Τα άλλα δύο είναι το έπος και η λυρική ποίηση, τα οποία προηγούνται χρονικά του δράματος και αποτελούν και τα κύρια συστατικά του στοιχεία. Θαρρείς και κάποιο θεϊκό χέρι ξεπήδησε από τα ιερά χώματα της Αττικής, τ’ ανακάτεψε κι έφτιαξε το μεγαλειώδες αυτό ποιητικό είδος, που μας μαγεύει και για χιλιάδες χρόνια από τότε που γεννήθηκε κατέκτησε το ανθρώπινο τρίπτυχο : σώμα, ψυχή, πνεύμα

Η επική ποίηση είναι και το πρεσβύτερο των τριών μεγάλων λογοτεχνικών ειδών. Ως αρχή των επικών ποιημάτων θεωρούνται οι μύθοι του λαού για τους Θεούς και τους ημίθεούς τους, καθώς και οι θρύλοι για τα ανδραγαθήματα και τα κατορθώματα επιφανών ανδρών (ηρώων). Οι μύθοι και θρύλοι αυτοί σι-γά σιγά γίνονται μακρύτεροι, περιεκτικότεροι, ώσπου τελικά ένας ποιητής τα παραλαμβάνει, τα διαμορφώνει και τους δίνει μια ενότητα, που αποτελεί το έπος. ¨Ενα από τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η εξαφάνιση της προσωπικότητας του αφηγητή, ο αντικειμενικός χαρακτήρας της αφηγήσεως, όπου κυριαρχεί το αντικειμενικό στοιχείο. Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι, ενώ στην αρχή τα επικά ποιήματα ψάλλονταν από τους “αοιδούς” (επαγγελματίες τραγουδιστές, που τραγουδούσαν με συνοδεία κιθάρας) με το πέρασμα του χρόνου και καθώς τα έπη αποκτούσαν μεγάλη έκταση, οι αοιδοί παραμέρισαν τις κιθάρες τους κι έπαψαν να τραγουδούν. Τη θέση τους πήραν οι ραψωδοί που δεν ήταν ούτε ποιητές ούτε τραγουδιστές (αοιδοί) και απήγγειλαν κρατώντας στα χέρια τους ένα ραβδί, για να κανονίζουν το ρυθμό της απαγγελίας.

Παράλληλα προς τη μεγάλη επική, αναπτύχθηκε και η λυρική ποίηση, που δεν ασχολείται με τα κατορθώματα των ηρώων αλλά με τις προσωπικές ιδέες των ποιητών, τον εσωτερικό τους κόσμο, με την προβολή των συναισθημάτων τους. Η ποίηση λοιπόν παύει να είναι αντικειμενική, περιγραφική και γίνεται συναισθηματική και υποκειμενική και αυτή ακριβώς είναι η εσωτερική διαφορά μεταξύ λυρικής και επικής ποίησης. Η λυρική ποίηση άλλωστε ονομάζεται έτσι, επειδή συνοδευόταν από μουσική και διακρινόταν ανάλογα με το αν γράφτηκε για να τραγουδιέται από ένα ένα άτομο ή από χορό (χορωδία μονοφωνική).

Αυτά τα δύο μεγάλα αρχαία ποιητικά είδη ένωσαν κάποτε τη μακραίωνη πορεία και τη μεγάλη τους αξία και δημιούργησαν το δράμα…

Πώς ;
Ο χρόνος περνά… Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη, η ζωή διαδέχεται το θάνατο αλλά και το αντίθετο, στη φύση και τον άνθρωπο, στο σώμα και την ψυχή. Μέσα στο χρόνο και την αμείλικτη πορεία του, κάτω από τον καταγάλανο αττικό ουρανό πορεύονται και οι γιορτές τού Διονύσου και όσο ο χρόνος περνά τόσο δυναμώνουν και ανδρώνονται μέσα στις ψυχές των προγόνων μας και μέσα στον κοινωνικό και πολιτιστικό τους βίο.

Ο Διθύραμβος λοιπόν, με το πέρασμα τού χρόνου, γίνεται όλο και πιο δημοφιλής και στην Αττική και στους δήμους των Μεσογείων, στην ανατολική πεδιάδα, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σπάτα, το Κορωπί, η Ραφήνα, η Νέα Μάκρη, ο Μαραθώνας. Οι αγρότες και ειδικότερα οι αμπελουργοί βλέπουν τα αμπέλια τους γεμάτα σταφύλια στην εύφορη πεδιάδα και αποδίδουν το θαυμαστό αυτό έργο τής φύσης στο Διόνυσο, τον προστάτη θεό τους. Κάθε χρονιά την εποχή τού τρύγου, τον τιμούν με γιορτές και πανηγύρια που αποκτούν χαρακτήρα πάνδημο. Γυναίκες, άντρες, παιδιά αλλά και γέροντες ξεχύνονται στον κάμπο, μασκαρεμένοι σε ζώα και μεθούν, χορεύουν, τραγουδούν τα τραγούδια του θεού (τους Διθυράμβους), ακολουθούν τους θιασώτες τού θεού, τους Σατύρους, στους οποίους αποδίδονται τα χαρακτηριστικά τράγων και τελικά δίδουν και το όνομά τους σ’ ένα από τα τρία είδη τού δράματος, την τραγωδία (τράγων ωδή).

Σιγά σιγά, ειδικότερα μετά την παρέμβαση τού ποιητή Αρίωνα (ο οποίος όπως ήδη έχει λεχθεί, έδωσε τεχνική μορφή στο Διθύραμβο), οι γιορτές προς τιμήν τού θεού Διόνυσου έπαιρναν επισημότερο χαρακτήρα. Οι άρχοντες των πόλεων παρήγγειλαν σε γνωστούς ποιητές να συνθέτουν διθυράμβους και αναλαμβάνουν να καλύψουν τα έξοδα για την άρτια εκτέλεσή τους. Οι πιστοί που αναλαμβάνουν την εκτέλεση τού όλου εγχειρήματος – ο τραγικός χορός – ήταν βέβαια ερασιτέχνες αλλά είχαν κάποια πείρα και αποδεδειγμένες ικανότητες στο τραγούδι και το χορό. Οι ερασιτέχνες αυτοί χορευτές ονομάζονταν εθελονταί και η ομάδα τους θίασος. Οι εθελοντές έβαφαν τα πρόσωπά τους με το κατακάθι τού μούστου (τρυγία), μεταμφιέζονταν σε ζώα και κυρίως σε τράγους (σατύρους), οι ο-ποίοι συμβολίζουν τη γονιμότητα. Έτσι μεταμφιεσμένοι χόρευαν γύρω από το βωμό τού θεού Διονύσου και τραγουδούσαν το Διθύραμβο. Επικεφαλής τού τραγικού χορού ήταν ο εξάρχων, ο κορυφαίος τού χορού, ο οποίος σε κάποιο σημείο τού τραγουδιού ανέβαινε σ’ ένα κάθισμα ή τραπέζι, τον “ελεό” και “συζητούσε” με το χορό, δηλαδή ανταποκρινόταν στα εκδηλούμενα – μέσω τού τραγουδιού – αισθήματα. Ο χορός αυτός των εθελοντών ήταν κατά πάσα πιθανότητα κυκλικός και πλαισίωνε το τραγούδι του με μιμητικές κινήσεις, οι οποίες απέδιδαν επίσης το περιεχόμενο τού διθυράμβου. Έτσι πλάι στα αδόμενα (άσματα), υπήρχαν και τα δρώμενα (μιμητικές αναπαραστάσεις).

Κάποτε, δε γνωρίζουμε ακριβώς πότε, πάντως γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. Αιώνα κάποιος ποιητής από την αμπελόφυτη Ικαρία, κοντά στην Πεντέλη (όπου ο σημερινός Διόνυσος), ο Θέσπις είχε μιαν εξαίσια έμπνευση, στα πλαίσια μιας εκ των γιορτών τού θεού Διονύσου : ενώ η εκτέλεση τού διθυράμβου βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ίδιος, φορώντας προσωπείο (μάσκα) κάποιου μυθικού προσώπου, μπήκε στη μέση τού χορού κι άρχισε ν’ απαγγέλλει (κι όχι πια να τραγουδά) απευθυνόμενος προς το χορό. Με τους στίχους αυτούς αποκρινόταν (αρχ. υπεκρίνετο, απ’ όπου και η λέξη υποκριτής) κατά κάποιον τρόπο στο τραγούδι τού χορού. Επίσης έδωσε νέα τροφή σ’ αυτό εφ’ όσον δημιούργησε την “κατάλληλη ατμόσφαιρα”, ώστε οι θεατές να κατανοήσουν και να νιώσουν το άσμα καλύτερα και βαθύτερα.

Ο νεωτερισμός αυτός, από μια πρώτη ματιά, ίσως δε φαίνεται πολύ σημαντικός. Οι συνέπειές του όμως έχουν αξία ανυπολόγιστη. Την ημέρα εκείνη που ο Θέσπις στάθηκε απέναντι από το χορό και συνδιελέγη μαζί του, με στίχους γι’ απαγγελία κι ένωσε το επικό στοιχείο τού διαλόγου και τής αφήγησης, με το λυρικό στοιχείο , που κυριαρχούσε αποκλειστικά ως τη στιγμή εκείνη, γεννήθηκε στην Ελλάδα και στον κόσμο το δράμα, ένα από τα λαμπρότερα δημιουργήματα τού ανθρώπινου πνεύματος.

Η διαμορφωτική πορεία του βέβαια, ώσπου να φτάσει στην τελική μορφή του είναι ακόμα “μακρά”, η γέννηση, όμως, τής κορυφαίας εκδήλωσης τού ελληνικού πνεύματος και η μεγαλειώδης προσφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό είναι πλέον γεγονός.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s